Αρθρογραφία
Κωνσταντίνος Χολέβας
Πολιτικός Επιστήμων

Γιατί πρέπει σήμερα να θυμώμαστε την άλωση

13 Απριλίου 2003

Πεντακόσια πενήντα χρόνια πέρασαν από την αποφράδα εκείνη ημέρα της 29ης Μαΐου 1453. Τότε που ακούστηκε η κραυγή "Εάλω η Πόλις" καί η Βασιλεύουσα, η Πόλη των Αγίων, των Αυτοκρατόρων και των θρύλων, πέρασε υπό την κατοχή του Οθωμανού δυνάστη. Ετσι άρχισε η Τουρκοκρατία. Το Γένος απεβίωσε, αλλά η Κωνσταντινούπολις και η Αγιά Σοφιά παραμένουν σε ξένα χέρια. Σήμερα τιμούμε τους πεσόντες κατά την πολιορκία και κατά την Άλωση, διαβάζουμε τους θρήνους και τους θρύλους, συγκινούμεθα και διδασκόμεθα. Διότι αυτή είναι η αξία της ιστορικής μνήμης. Να αποτελεί μάθημα ες αεί για τις νεώτερες και τις απερχόμενες γενιές.

1) Πρέπει να θυμόμαστε την Άλωση για να αποτίουμε ένα διαρκή και μεγάλο φόρο τιμής στο Βυζαντινό κράτος, την Ρωμανία όπως την αναφέρουν τα κείμενα της εποχής, το εκχριστιανισθέν Ρωμαϊκό κράτος του Ελληνικού Έθνους, όπως το χαρακτηρίζει ο νεώτερος βυζαντινολόγος Διονύσιος Ζακυνθηνός. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη άντεξε επί 11 αιώνες. Μετά την Άλωση από τους Σταυροφόρους το 1204 η εδαφική της έκταση και το σφρίγος της περιορίσθηκαν σημαντικά.Παρέμεινε όμως καθ' όλην την διάρκεια του βίου της το κράτος στο οποίο πραγματοποιήθηκε η επιτυχής και δημιουργική συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού. Η Ελληνορθόδοξη παράδοση υπήρξε το αποτέλεσμα αυτής της συναντήσεως και το Βυζάντιο την διέδωσε με ειρηνικό τρόπο στους γειτονικούς λαούς. Αυτήν την ιεραποστολική δράση των Βυζαντινών προγόνων μας καταδεικνύουν και μαρτυρούν οι πολιτισμοί των σημερινών λαών της Ανατολικής Ευρώπης. Ο Ρώσος Πατριάρχης Αλέξιος παραδέχθηκε, όταν βρέθηκε το 1992 στην Αθήνα, ότι η Ρωσία είναι πνευματικό τέκνο του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού του Βυζαντίου. Ο Ρουμάνος Ιστορικός και πολιτικός του 20ου αιώνος Νικολάϊ Γιόργκα χαρακτήρισε την Μολδοβλαχία μετά την Άλωση ως "το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο". Και το κυριλλικό ελληνογενές αλφάβητο που χρησιμοποιούν πολλοί σλαβικοί λαοί αποτελεί έμπρακτη επιβεβαίωση της ακτινοβολίας του Βυζαντινού πολιτισμού. Αυτόν, λοιπόν, τον πολιτισμό πρέπει να διδάσκουμε και να διδασκόμαστε εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες.

2) Πρέπει να θυμόμαστε την Άλωση, διότι μέσα από τις διηγήσεις των ιστορικών της εποχής ξετυλίγεται η Ελληνική Διάρκεια, η διαχρονική πορεία των αξιών του Ελληνισμού. Η συγκλονιστική ομιλία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στις 28 Μαϊου πριν από την τελική επίθεση των Οθωμανών μας διδάσκει γιατί αγωνιζόμαστε: Για την Πίστη, για την Πατρίδα, για τους συγγενείς μας. Προσθέτει και τον βασιλέα, διότι εκείνο ήταν το πολίτευμα της εποχής. Όμως το τρίπτυχο Πίστη, Πατρίδα, συγγενείς, που αναφέρει ο τελευταίος Αυτοκράτορας, μας συνδέει με τον όρκο των αρχαίων Αθηναίων εφήβων και με τον παιάνα των Σαλαμινομάχων, το "Ι τε παίδες Ελλήνων" και φθάνει αυτή η Ελληνική Διάρκεια μέχρι την προκήρυξη του Αλεξάνδρου Υψηλάντη, που έγραφε τον Φεβρουάριο του 1821 "Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος", και μέχρι τά λόγια του Κολοκοτρώνη προς τους μαθητάς του πρώτου Γυμνασίου της Ελεύθερης πλέον Αθήνας: "Όταν πιάσαμε τ' άρματα είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ Πατρίδος" . Αυτές είναι οι διαχρονικές αξίες του Ελληνισμού. Αυτός ο ηθικός δεσμός ενώνει τον Παλαιολόγο με τους Σαλαμινομάχους και με τον Κολοκοτρώνη και με το 1940. Μαχόμεθα για την Πίστη, την Πατρίδα, την Οικογένεια όσο κι αν κάποιοι μας χαρακτηρίζουν ....αναχρονιστικούς. Τιμώντας την μνήμη των προδρόμων και των μαρτύρων της Ελληνικής Διαρκειας εμείς γι' αυτά θα συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε!

3) Θυμόμαστε τα γεγονότα της εποχής πριν και γύρω από την άλωση, διότι μας διδάσκουν την πολύτιμη συμβολή της Ορθοδόξου εκκλησίας μας στην επιβίωση του Γένους μας. Λίγες δεκαετίες προ της αλώσεως είχαμε μία έντονη και αυταρχική παρέμβαση της τότε Πολιτείας προς την εκκλησία. Η αυτοκρατορική εξουσία πίστεψε -φευ!- ότι αν υπογράψουμε την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Πάπα, θα έχουμε μεγάλη βοήθεια από την Δύση κατά των Οθωμανών. Το 1438 -39 στην Φερράρα και στην Φλωρεντία σύρθηκαν με πιέσεις και εξευτελισμούς οι εκκλησιαστικοί ηγέτες στην υπογραφή της ψευδοενώσεως των εκκλησιών. Ο Μάρκος ο Ευγενικός, Επίσκοπος Εφέσου, αρνήθηκε να υπογράψει και έσωσε την τιμή της εκκλησίας. Προσέξτε: Δεν αρνήθηκε να συζητήσει, διότι η Ορθοδοξία δεν αρνείται τον διάλογο. Αρνείται την υποταγή. Και από αυτούς που υπέγραψαν μία μεγάλη μορφή απέσυρε την υπογραφή της μόλις επέστεψε στην Κωνσταντινούπολη. Πρόκειται για τον Γεώργιο Σχολάριο, τον μετέπειτα Γεννάδιο, πρώτο Πατριάρχη μετά την Άλωση.

Ο λαός ακολούθησε τον Μάρκο και τον Σχολάριο. Οι ανθενωτικοί είχαν δίκαιο, διότι παρά την υπογραφή της ψευδοενώσεως τα καράβια του Πάπα δεν φάνηκαν ποτέ στην μαχόμενη Βασιλεύουσα. Ο Βρετανός ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν στο περισπούδαστο έργο του "Η Μεγάλη εκκλησία εν Αιχμαλωσία" δικαιώνει τους ανθενωτικούς λέγοντας ότι διάσωσαν την ενότητα της εκκλησίας και μόνον έτσι επεβίωσε ο Ελληνισμός. Και στο άλλο σπουδαίο έργο του, την "Άλωση της Κωνσταντινουπόλως" διαψεύδει όλους τους επικριτές της εκκλησίας και του μοναχισμού τονίζοντας ότι στα θαλάσσια τείχη της Βασιλεύουσας έναν από τους πύργους τον υπεράσπιζαν Έλληνες μοναχοί.

4) Θυμόμαστε την Άλωση , διότι η ιστορία μας διδάσκει ότι όταν οι λίγοι αποφασίσουν να αντισταθούν κατά των πολλών, μπορεί να ηττηθούν πρόσκαιρα, αλλά τελικά σε βάθος χρόνου κερδίζουν. Η αντίσταση στα τείχη της Βασιλεύουσας των 5000 χιλιάδων Ελλήνων και των 2000 ξένων συμμάχων τους έμεινε στις ψυχές των υποδούλων ως τίτλος τιμής καί δέσμευση για νέους αγώνες. Η θυσία του Κωνσταντίνου Παλιολόγου στη πύλη του Ρωμανού έθεσε τις βάσεις για το 1821. Τα δεκάδες κινήματα των υποδούλων ετράφησαν από τους θρύλους του Μαρμαρωμένου Βασιλιά και της Κόκκινης Μηλιάς. Αν είχαν παραδοθεί την 29η Μαϊου 1453, δεν θα υπήρχε αντίσταση και εθνεγερσία. Η συνθηκολόγηση θα ήταν ανεξίτηλη ντροπή. Ενώ η ηρωϊκή άμυνα γέννησε την υπομονή, την ελπίδα, την προσδοκία. Αυτή την ελπίδα εκφράζει και ο Ποντιακός θρήνος:
 

"...Η Ρωμανία πέρασεν, Η Ρωμανία πόρθεν,
Η Ρωμανία κι αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο..."


Άλλωστε και ο Θ. Κολοκοτρώνης έλεγε προς τους ξένους συνομιλητές του: "Ο βασιλεύς μας συνθήκην δεν έκαμε, η φρουρά του πολεμά ακόμη και το φρούριο του αντιστέκονται". Και εξηγούσε ότι αναφερόταν στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, στους κλεφταρματωλούς, στο Σούλι και στην Μάνη. Οι πεσόντες κατά την άλωση μας δώρησαν το δικαίωμα στην Μεγάλη ιδέα. Και χωρίς Μεγάλες ιδέες τα έθνη δεν πάνε μπροστά.

5) Η αντίσταση των τελευταίων μαχητών της Κωνσταντινουπόλεως και το "πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών" εμπνέει έκτοτε το ΟΧΙ του Ελληνισμού. Το 1940 κατά του Μουσσολίνι, το 1941 κατά του Χίτλερ, το 1955 στην Κύπρο κατά της αποικιοκρατίας και του αφελληνισμού. Σήμερα οφείλουμε να συνεχίζουμε να αντιστεκόμαστε με κάθε τρόπο. Οι σημερινές αλώσεις είναι μικρές και καθημερινές. Άρα ύπουλες και εξίσου επικίνδυνες. Η υπονόμευση της γλώσσας μας, η άγνοια της ιστορίας μας, η ξενομανία, οι συκοφαντίες κατά της Ελληνορθοδόξου Παραδόσεως μας, οι υποχωρήσεις απέναντι σε Τούρκους, Σκοπιανούς και Αλβανούς, όλα αυτά και πολλά άλλα αποτελούν μικρές αλώσεις που απαιτούν γνώση, αντίσταση και μαχητικότητα. Δεν αρνούμαστε την επικοινωνία και την συνεργασία με άλλους λαούς και πολιτισμούς. Ο Ελληνισμός ποτέ δε κλείστηκε στο καβούκι του. Θα αρνηθούμε όμως την αφομοίωση, την αλλοτρίωση, τις γκρίζες ζώνες στα εδάφη μας, στα πελάγη μας, στην Ταυτότητα μας και στις ταυτότητες μας. Θα αγωνισθούμε με όπλα πρωτίστως πνευματικά και ηθικά. Και θα διδασκόμαστε από την Παράδοση και το βίωμα της εκκλησίας μας. Η Άλωση και οι μετέπειτα εξελίξεις μας διδάσκουν ότι τελικά επιβιώσαμε μέχρι σήμερα χάρις στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Διότι η Ορθόδοξη Παράδοση είναι Σταυροαναστάσιμη. Μας θυμίζει ότι μετά την κάθε Σταύρωση του Γένους ακολουθεί η Ανάσταση. Αρκεί να το πιστέψουμε!

Εκκλησία και εθνικά θέματα
 
Ιανουάριος 2003

Στις 20 Νοεμβρίου η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος με ένα αριστοτεχνικά γραμμένο ανακοινωθέν της εξέφρασε την βαθειά ανησυχία της για τα πολλά αρνητικά σημεία του σχεδίου Ανάν και υπεγράμμισε ότι « δεν θεωρεί ότι είναι σχέδιον πράγματι λύσεως του Κυπριακού». Παραλλήλως στο ίδιο κείμενο η Εκκλησία τονίζει ότι « έχουσα επίγνωσιν του ρόλου της δεν δίδει κατευθύνσεις εις την πολιτικήν Ηγεσίαν» και επισημαίνει με έμφαση : « Προτάσεις και σχέδια είναι υπό διαπραγμάτευσιν. Αι αρχαί όμως και αι αξίαι δεν είναι διαπραγματεύσιμοι» . Με το κείμενο αυτό η Εκκλησία της Ελλάδος αποδεικνύει για μία ακόμη φορά την ευαισθησία της για τα μείζονα εθνικά θέματα , αλλά και τον σεβασμό της προς το έργο και προς τις ευθύνες της Κυβερνήσεως και των πολιτικών κομμάτων.

Και πάλι ακούσθηκαν, όπως και στο παρελθόν, φωνές που λέγουν: « Τι θέλει η Εκκλησία και παρεμβαίνει στα εθνικά θέματα; Ας αρκεσθεί στα πνευματικά της καθήκοντα». Δεν γνωρίζω αν οι ενιστάμενοι είναι καλοπροαίρετοι ή κακοπροαίρετοι. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι λησμονούν ορισμένα καίρια στοιχεία και παραγνωρίζουν ιστορικές και σύγχρονες πραγματικότητες που θεμελιώνουν το αναμφισβήτητο δικαίωμα της Εκκλησίας να έχει λόγο επί των εθνικών θεμάτων. Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος:

Η Εκκλησία έχει δικαίωμα να ενδιαφέρεται για την πορεία του ‘Εθνους λόγω της ιστορικής προσφοράς της και των θυσιών της υπέρ της ελευθερίας και προκοπής του Ελληνισμού. Η πνευματική προετοιμασία του Γένους για την Παλιγγενεσία ήταν έργο της Εκκλησίας. Η συμμετοχή κληρικών στον Αγώνα του 1821 αλλά και στις πάμπολλες εξεγέρσεις που προηγήθηκαν είναι αναμφισβήτητη. Η επιβίωση της ελληνικής γλώσσας επί τουρκοκρατίας έγινε μέσα από τα κρυφά και φανερά σχολειά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ακόμη και σε περιοχές όπως η Καππαδοκία, όπου οι Έλληνες αναγκάσθηκαν να τουρκοφωνήσουν, η Εκκλησία μέσω της Θείας Λατρείας διέσωσε την εθνική συνείδηση των Μικρασιατών. Μεγάλο μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας έχει παραχωρηθεί στο Κράτος για την στέγαση και ενίσχυση προσφύγων κατά την διάρκεια του 20ού αιώνος. Και σήμερα η Εκκλησία της Ελλάδος συντελεί στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος εμπράκτως, δηλαδή ενισχύει με ένα χρηματικό ποσό τις Χριστιανικές οικογένειες της Θράκης που γεννούν περισσότερα από δύο παιδιά.

Έχει επίσης δικαίωμα η Εκκλησία να ομιλεί περί των εθνικών θεμάτων, διότι εκφράζει πολύ μεγάλο ποσοστό του ελληνικού λαού. Ορισμένοι αντιλέγουν ότι οι κληρικοί δεν εκλέγονται από τον λαό . Όμως δεν χρειάζονται εκλογές για να φανεί η αντιπροσωπευτικότητα της Εκκλησίας. Κάθε Κυριακή, αλλά και στις μεγάλες εορτές και πανηγύρεις, μεγάλο μέρος του λαού μας εκδηλώνει την εμπιστοσύνη του προς τις αξίες και τις παραδόσεις που διασώζονται μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα. Και οι παραδόσεις αυτές διδάσκουν το ενδιαφέρον για την ελευθερία και αξιοπρέπεια του Έθνους μας, χωρίς βεβαίως να λησμονείται ο οικουμενικός και πανανθρώπινος χαρακτήρας της Χριστιανικής διδασκαλίας.

Το Σύνταγμα του 1975/1986/2001 ορίζει στο άρθρο 1, παρ. 3 ότι; « ‘Ολες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους....». Βλέπουμε ότι οι εξουσίες στο κράτος μας υπάρχουν και ασκούνται υπέρ του Έθνους. Ο συντακτικός νομοθέτης χρησιμοποιεί αυτήν την έννοια που είναι ευρύτερη από τον λαό. Λαός είναι οι υπήκοοι της Ελληνικής Δημοκρατίας. Έθνος είναι μία έννοια πολύ ευρύτερη και γεωγραφικά και ποιοτικά. Γεωγραφικά περιλαμβάνει τον απανταχού Ελληνισμό, άρα και την Κύπρο, και ποιοτικά εκφράζει ορισμένα θεμελιώδη χαρακτηριστικά, όπως είναι η γλώσσα, η ιστορική συνείδηση, η θρησκευτική πίστη, οι παραδόσεις. Εφ’ όσον, λοιπόν από την εποχή του Ηροδότου η κοινή θρησκεία, « τα κοινά των θεών ιδρύματα», αποτελεί θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του Έθνους, ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το δικαίωμα της Εκκλησίας να εκφράζεται επί των εθνικών ζητημάτων;

Οι περισσότεροι από αυτούς που αμφισβητούν το δικαίωμα αυτό της Εκκλησίας αυτοπροσδιορίζονται ως « προοδευτικοί» . Καλό θα είναι να θυμηθούν τι στάση τηρούσαν κατά την δεκαετία του 1980 ,όταν η Εκκλησία μας , εκφραζομένη και από την Ιερά Σύνοδο και από ξεχωριστές μορφές αγωνιστών Μητροπολιτών, διεμαρτύρετο για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών από το αθεϊστικό καθεστώς της Αλβανίας. Τότε σιωπούσαν σχεδόν όλοι αυτοί που σήμερα φωνάζουν κατά της Εκκλησίας. Πολλοί από αυτούς αμφισβητούσαν ακόμη και την ύπαρξη Ελλήνων στην Αλβανία. Όταν έπεσαν τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα το 1990 , τότε απεδείχθη ότι η Εκκλησία είχε δίκαιο, διότι και εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων ζουν στην Β. Ήπειρο και στρατόπεδα συγκεντρώσεως λειτουργούσαν και οι Ναοί είχαν μεταβληθεί σε σταύλους. ΟΙ δε δήθεν προοδευτικοί δεν έχουν ζητήσει συγγνώμην για την στάση τους.

Το ενδιαφέρον της Εκκλησίας μας για τον Ελληνισμό της Κύπρου δεν έχει μόνο εθνικό αλλά και χριστιανικό υπόβαθρο. Διότι ο Απόστολος Παύλος διδάσκει ότι όταν πάσχει ένα μέλος του σώματος, πάσχει όλο το σώμα. Σεβόμενη τον πνευματικό της χαρακτήρα η Εκκλησία δεν μιλά στο πρόσφατο ανακοινωθέν μόνο για το μέλλον των Ελληνοκυπρίων. Αγωνιά μήπως τα αρνητικά στοιχεία του σχεδίου Ανάν βλάψουν και τους Τουρκοκυπρίους. Και απορρίπτει τον ενδοτισμό, διότι με τις μονομερείς υποχωρήσεις δεν επιτυγχάνεται η ειρήνη. Απλώς αποθρασύνονται οι απειλητικοί γείτονες.

Κ.Χ. 22/11/2002

Ευρώπη με σύνταγμα, αλλά χωρίς Χριστό;

Ιούλιος 2002

Στις αρχές Μαρτίου ξεκίνησαν οι εργασίες της λεγόμενης Συντακτικής Συνελεύσεως της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υπό την Προεδρία του Γάλλου πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν. Τα μέλη της εκπροσωπούν τις Κυβερνήσεις και τα Κοινοβούλια των 15 χωρών – μελών, αλλά και των υποψηφίων προς ένταξιν χωρών. Στόχος των συζητήσεων, που πρέπει να ολοκληρωθούν μέσα σε ένα χρόνο, είναι η κατάρτιση ενός Θεμελιώδους Καταστατικού Χάρτη, ενός οιονεί Συντάγματος, για τη νέα μορφή που θα λάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδίως μετά την ένταξη νέων μελών. Μία Ευρώπη των 25 ή 30 χωρών θα είναι πολύ διαφορετική από την αρχική Ε.Ο.Κ. των 6 χωρών.

Ως Έλληνες και ως Ορθόδοξοι πρέπει να δείξουμε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις διεργασίες αυτές, όχι μόνον διότι επηρεάζουν κατά τρόπο άμεσο τα εθνικά μας συμφέροντα (π.χ. ένταξη Κύπρου, ρόλος Τουρκίας), αλλά και διότι απαιτείται η συνεργασία μας με εκείνες τις δυνάμεις εντός Ευρώπης που αγωνίζονται για την προβολή του Χριστιανισμού ως πνευματικής ρίζας του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Σε όλες τις συζητήσεις πρέπει να ακουσθεί η φωνή της Ελλάδος, όχι μόνον της πολιτικής ηγεσίας, αλλά και της Εκκλησίας. Διότι η νέα Ευρώπη δεν αποτελεί χώρο μόνον οικονομικών ανταλλαγών, αλλά και βήμα συζητήσεων και αποφάσεων σχετικών με την οικογένεια, την παιδεία, την βιοηθική, τα ναρκωτικά κ.ά. Ο Ελληνισμός της Ελλάδος , της Κύπρου και των γηγενών η αποδήμων κοινοτήτων ανά την Υφήλιο πρέπει να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις με πίστη στην ελληνορθόδοξη ταυτότητά του, αλλά και με διάθεση δημιουργικής συνεισφοράς και συνεργασίας. Η ελληνορθόδοξη παράδοση έχει χαρακτήρα Οικουμενικό. Η Εκκλησία μας και το Έθνος μας πάντοτε ήσαν εναντίον του απομονωτισμού. Εάν έχουμε επίγνωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς θα δώσουμε δυναμικά τις πνευματικές και πολιτικές μας μάχες μέσα στη διαμορφούμενη ευρωπαϊκή πραγματικότητα και θα μιλήσουμε με επιχειρήματα για την ανάγκη μιας Ευρώπης που θα σέβεται τις ρίζες της. Μιας Ευρώπης, η οποία θα σέβεται τον Άνθρωπο, την Ιστορία, την εθνική ιδιοπροσωπία κάθε λαού και πρωτίστως θα αναγνωρίζει τις Χριστιανικές καταβολές της.

Πολλές είναι οι διαφωνίες που αναμένεται να προκύψουν μεταξύ των μελών της Συντακτικής Συνελεύσεως. Η κυριώτερη αφορά στην πολιτειακή μορφή της νέας Ευρώπης. Πόσο στενοί ή χαλαροί θα είναι οι δεσμοί; Ποιός θα είναι ο ρόλος των Εθνών-Κρατών; Η πρώτη άποψη , που υποστηρίζεται κυρίως από τη Μ. Βρετανία, λέγει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να παραμείνει μία διακρατική, διακυβερνητική συνεργασία με έμφαση στην ελεύθερη διακίνηση προϊόντων και υπηρεσιών. Όχι υπερκράτος με κεντρική κυβέρνηση, φωνάζουν οι οπαδοί της απόψεως αυτής. Η δεύτερη άποψη, η ενδιάμεση, την οποία εκφράζει κυρίως η Γαλλία, υποστηρίζει μία χαλαρή Ομοσπονδία Εθνών-Κρατών, στην ουσία μία Συνομοσπονδία. Τα επιμέρους Έθνη-Κράτη δεν θα καταργηθούν, αλλά θα παραχωρήσουν ένα μέρος των αρμοδιοτήτων τους στα κεντρικά ευρωπαϊκά όργανα. Τούτο άλλωστε ισχύει και σήμερα. Η τρίτη άποψη, η λεγόμενη φεντεραλιστική, προτείνει ένα νέο ομοσπονδιακό μόρφωμα με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, και την συνεχή μείωση των αρμοδιοτήτων των εθνικών κυβερνήσεων. Υποστηρίζεται κυρίως από ορισμένους Γερμανούς πολιτικούς, αλλά κατηγορείται από τους αντιπάλους της ότι ανοίγει τον δρόμο σε μία γερμανική ηγεμονία επί των υπολοίπων Ευρωπαίων.

Είναι προφανές ότι πιθανότερη λύση θα είναι μία παραλλαγή της δεύτερης απόψεως. Οι κυβερνήσεις και οι λαοί της Ευρώπης είναι μεν διατεθειμένοι να παραχωρήσουν ορισμένες αρμοδιότητες στα κεντρικά ευρωπαϊκά όργανα, δεν δέχονται όμως την κατάργηση του Έθνους-Κράτους ούτε την απεμπόληση των εθνικών τους συμφερόντων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γάλλος πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Κομισσιόν) Ζάκ Ντελόρ έγραψε προ δύο ετών στην Γαλλική LE MONDE ότι τό Έθνος-Κράτος δεν θα πεθάνει, διότι έχει μέλλον και ρόλο στην Ευρώπη. Εξάλλου η Βρετανία και η Γαλλία αρνούνται να εντάξουν τα πυρηνικά τους όπλα στην υπό διαμόρφωσιν Ευρωπαϊκή Άμυνα, διότι θεωρούν ότι η εθνική άμυνα είναι κάτι πολύ σοβαρό και ευαίσθητο και δεν μπορούμε να το αναθέσουμε σε υπερεθνικούς Οργανισμούς.Η έννοια του εθνικού συμφέροντος είναι ισχυρή σε κάθε λαό που σέβεται το παρελθόν και το μέλλον του.

Σοβαρές διχογνωμίες θα προκύψουν επίσης σχετικά με την διεύρυνση της Ευρώπης, δηλαδή την ένταξη νέων χωρών. Είναι γνωστό ότι η Ελλάς έχει διαμηνύσει στους εταίρους της ότι δεν θα εγκρίνει (θα εμποδίσει με ΒΕΤΟ) την ένταξη οποιουδήποτε νέου μέλους, αν δεν περιλαμβάνεται στο « πρώτο κύμα» η Κύπρος, η οποία πληροί τα οικονομικά κριτήρια. Μεγάλη επίσης συζήτηση θα γίνει και για τις πνευματικές και ηθικές ρίζες της Ευρώπης. Πολλοί πολιτικοί και διανοητές, όπως ο προαναφερθείς Ντελόρ κ.ά., ζητούν την σαφή αναφορά στις Χριστιανικές ρίζες του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Άλλοι διαφωνούν και επικαλούνται την θρησκευτικά αδιάφορη έως και αθεϊστική παράδοση του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επαναστάσεως, την παρουσία πολλών Μουσουλμάνων στις χώρες της Ευρώπης, την περιβόητη «πολυπολιτισμικότητα» και άλλα επιχειρήματα. Έτσι στην Ευρωπαϊκή Χάρτα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία ψηφίσθηκε στη Νίκαια τον Δεκέμβριο του 2000, ,είδαμε να διαγράφεται η φράση περί θρησκευτικών – Χριστιανικών καταβολών, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ως Ορθόδοξοι γνωρίζουμε ότι έχουμε σημαντικές θεολογικές και ιστορικές διαφορές από τις άλλες Χριστιανικές ομολογίες της Ευρώπης. Η παρουσία και παρρησία μας στον αγώνα για μία Χριστιανική Ευρώπη πρέπει να λάβει υπ’ όψιν και τις διαφορές αυτές, αλλά και τις πιθανές κοινές ανησυχίες. Στα αρνητικά της συνεργασίας με τους άλλους Χριστιανούς καταγράφεται το Φραγκικό – συγκεντρωτικό πνεύμα του Καθολικισμού ( το ανέλυσε ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης), η αντιορθόδοξη κληρονομιά του Καρλομάγνου, τον οποίο θαυμάζουν οι Δυτικοί Ευρωπαίοι, η πρόσφατη « Ευρωπαϊκή Ιστορία» του Ντυροζέλ, ο οποίος αγνοεί την Ελληνική και Ορθόδοξη συνιστώσα κλπ. Στα κοινά σημεία προβληματισμού εντάσσεται η συζήτηση για το μέλλον του οικογενειακού θεσμού, για τον ρόλο της Εκκλησίας στην εκπαίδευση, για τις αμβλώσεις, για την κλωνοποίηση, την αύξηση των αυτοκτονιών στην Ευρώπη και άλλα. Η Ορθόδοξη συνεισφορά στον διάλογο περί του ευρωπαϊκού μέλλοντος θα είναι κυρίως η υπενθύμιση ότι χωρίς Χριστό οι κοινωνίες οδηγούνται στον υλισμό και στον μηδενισμό και οι άνθρωποι στο πνευματικό αδιέξοδο. Μία Ευρώπη που εξοβελίζει τον Χριστό από το πνευματικό της οπλοστάσιο θα καταντήσει μία μεγάλη αγορά απευθυνόμενη σε άβουλους και απρόσωπους καταναλωτές. Ένα σύνολο μαζανθρώπων, οι οποίοι θα χειροκροτούν υποπροϊόντα τύπου BIG BROTHER και θα δέχονται αδιαμαρτύρητα περιορισμούς των ελευθεριών τους με διάφορες Συμφωνίες ΣΕΝΓΚΕΝ.

Στις 4 Ιουλίου 1993 ιδρύθηκε στην Ορμύλια της Χαλκιδικής η Διεθνής Διακοινοβουλευτική Επιτροπή Ορθοδοξίας με τη συμμετοχή βουλευτών και κληρικών από πολλές χώρες όπου υπάρχει, πλειοψηφούσα ή μειοψηφούσα, η Ορθόδοξη παρουσία. Το τελικό κείμενο του Συνεδρίου έχει τίτλο « Η Ορθοδοξία στη Νέα Ευρωπαϊκή πραγματικότητα» και μεταξύ άλλων λέγει τα εξής: «....Το συνέδριο καλεί την Ελλάδα ως το μοναδικό Ορθόδοξο μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητος να προωθήσει όλες τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση από την Κοινότητα του προοδευτικού ρόλου της Ορθοδόξου παραδόσεως στην διαμόρφωση του Ευρωπαϊκού πολιτισμού». Έχουμε, λοιπόν, μεγάλη ευθύνη, αλλά και μεγάλη ευκαιρία. Και όλα αυτά θα τα αξιοποιήσουμε αν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, εάν δούμε δημιουργικά το παρελθόν μας και αν ζητήσουμε από τους ταγούς της Πολιτείας να δείξουν μεγαλύτερο σεβασμό προς την Ορθόδοξη Χριστιανική ταυτότητα του λαού μας.

Κ.Χ. ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2002

Το ευρώ και η νεοελληνική ταυτότητα

17.1.2002

Από την 1η Ιανουαρίου 2002 το ΕΥΡΩ, το νέο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, έχει εισέλθει στην ζωή μας. Η 28η Φεβρουαρίου θα είναι η τελευταία ημέρα που θα χρησιμοποιήσουμε την δραχμή. Δύσκολος ο αποχαιρετισμός δεδομένου ότι και μόνον το όνομα της δραχμής μας συνδέει με αρχαίους προγόνους και με μία μακραίωνα ιστορία. Όμως εμείς οι Έλληνες έχουμε μάθει μέσα στην ιστορία μας να συνεργαζόμαστε με άλλους λαούς για το κοινό συμφέρον και με αυτή την εμπειρία θα προσπαθήσουμε να μεγιστοποιήσουμε τα θετικά του ΕΥΡΩ και να αμβλύνουμε τις τυχόν αρνητικές συνέπειες από την ένταξη μας στην ζώνη του ενιαίου νομίσματος.

Εκείνο το αγαθό που πρέπει πρωτίστως να διαφυλύξουμε ως κόρην οφθαλμού μέσα στη νέα αυτή ευρωπαϊκή μας περιπέτεια είναι η ελληνορθόδοξη φυσιογνωμία μας και η εθνική μας ταυτότητα. Γι' αυτό καλόν είναι να προβούμε σε ορισμένες παρατηρήσεις πολιτιστικής και ιστορικής φύσεως που αφορούν στο νέο νόμισμα. Το πρώτο και σαφώς ευχάριστο είναι ότι στα χαρτονομίσματα που είναι κοινό και για τις δώδεκα χώρες της Ευρωζώνης η λέξη ΕΥΡΩ αναγράφεται και με λατινικά και με ελληνικά γράμματα. Έτσι το γράμμα Ω, το ωμέγα, διαλαλεί σε εκατομμύρια ευρωπαίους την γλωσσική ιδιαιτερότητα των Νεοελλήνων. Η δεύτερη παρατήρηση είναι αρνητική. Στα χαρτονομίσματα που σχεδιάσθηκαν με ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν υπάρχει η παραμικρή εικονογράφηση σχετικά με τον ελληνικό πολιτισμό. Μας αρέσει να υπερηφανευόμαστε ότι η Δυτική Ευρώπη τιμά την Κλασσική Αρχαιότητα. Όμως οι σημερινοί ηγέτες της Δυτικής Ευρώπης δεν βρήκαν τίποτε (!) αξιόλογο από αυτήν την ιστορική περίοδο για να το αναπαραστήσουν επάνω στο ΕΥΡΩ. Το μόνο μνημείο που υπάρχει στο ΕΥΡΩ και σχετίζεται με την Ελλάδα είναι η πύλη του Αδριανού. Ένα μνημείο των Αθηνών, το οποίο εκτίσθη από ένα Ρωμαίο αυτοκράτορα, δηλαδή ένα μνημείο που ουσιαστικά μας θυμίζει την υποδούλωσή μας στους προγόνους των σημερινών δυτικοευρωπαίων εταίρων μας.

Ας έλθουμε τώρα στα κέρματα του ΕΥΡΩ. Ως γνωστόν κάθε κέρμα έχει μία πλευρά κοινή και για τις δώδεκα χώρες και μία "εθνική" πλευρά, στην οποία κάθε χώρα επέλεξε τις απεικονίσεις που την εκφράζουν. Εκεί παρατηρούμε με δυσάρεστη έκπληξη ότι η επίσημη Ελλάς αγνοεί, υποβαθμίζει και διαγράφει το Βυζαντινό παρελθόν της. Τα κέρματα έχουν παραστάσεις από την Αρχαία μας Ιστορία π.χ. γλαύκα τριήρη κ.ά. και από την Νεωτέρα μας Ιστορία, δηλ. Ρήγας Φεραίος, Ιωάννης Καποδίστριας, Ελευθέριος Βενιζέλος, πλοίο του 1821 και σύγχρονο πετρελαιοφόρο. Ωραία όλα αυτή και αξιέπαινη η ιδέα να τιμηθεί η ναυτιλία μας, πολεμική και εμπορική. Όμως τα 1100 χρόνια της Ρωμανίας, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πού είναι; Όταν ξένοι ιστορικοί διαγράφουν το Βυζάντιο τότε τους κατηγορούμε ως ανθέλληνες . Τώρα που μόνοι μας βγάζουμε τα μάτια μας τί να πούμε; Φοβούμαι ότι οι υπεύθυνοι για τα νέα κέρματα παρεσύρθησαν από την άποψη ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δεν μας θεωρήσουν "καλούς Ευρωπαίους" αν προβάλουμε την Ορθόδοξη Ρωμηοσύνη του Βυζαντίου. Η αντίληψη αυτή δείχνει άγνοια της Ιστορίας, αλλά και σύμπλεγμα εθνικής και πολιτιστικής μειονεξίας.

Όποιοι επεσκέφθησαν στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών την θαυμάσια έκθεση με τίτλο "Το Βυζάντιο ως Οικουμένη" διεπίστωσαν με την βοήθεια χαρτών, εικόνων και άλλων τεκμηρίων την παγκόσμια ακτινοβολία του Βυζαντινού Πολιτισμού. Το Βυζάντιο ως πολιτισμός, ως πολιτική ιδεολογία και ως τρόπος ζωής επηρέασε σημαντικότατα όχι μόνον την Ανατολική αλλά και την Δυτική Ευρώπη μέχρι και τις Σκανδιναβικές χώρες. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια, την οποία επιμένουν να αγνοούν ορισμένοι διαστρεβλωτές της Νεοελληνικής πολιτιστικής ταυτότητος.

Ας έλθουμε τώρα στις τρεις φυσιογνωμίες της Νεωτέρας Ιστορίας μας που απεικονίζονται επάνω στα κέρματα του νέου μας νομίσματος. Δεν γνωρίζουμε με ποιά κριτήρια τους επέλεξαν οι αρμόδιοι, ουδείς πάντως αμφιβάλλει ότι ο Ρήγας, ο Καποδίστριας και ο Βενιζέλος αξίζουν ιδιαιτέρας τιμής από την σημερινή Ελλάδα. Χρήσιμο είναι να επισημάνουμε ορισμένες ενδιαφέρουσες απόψεις τους περί του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Αφού θα τους έχουμε κάθε μέρα στα χέρια μας τουλάχιστον ας ωφεληθούμε από τα διδάγματά τους.

Ο Ρήγας Φεραίος (Βελεστινλής) αγωνίσθηκε για την απελευθέρωση της υποδούλου Ελλάδος και οραματίσθηκε όχι την Ελλαδίτσα του 1830, αλλά την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως δείχνουν και οι περιοχές που αναφέρονται στην περίφημη Χάρτα του. Στον Θούριό του καλεί διαφόρους λαούς να αγωνισθούν μαζί με τους Έλληνες, αλλά ξεκαθαρίζει ότι ο αγώνας γίνεται "γιά τον Σταυρό", δηλαδή γιά μιά Χριστιανική Ελλάδα. Μερικοί ερευνητές τον εμφανίζουν ως αντιγραφέα των αθέων διανοητών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επαναστάσεως. Σε ένα βαθμό είναι σαφείς αυτές οι επιρροές, όμως ο Ρήγας παρέμεινε πάντα πιστός στην Ορθόδοξη Πίστη των πατέρων του. Στο Σύνταγμά του ορίζει ότι έμβλημα της Νέας Ελληνικής Δημοκρατίας θα είναι το ρόπαλο του Ηρακλέους φέρον τρεις Σταυρούς, μιά άμεση αναφορά στον Τριαδικό Θεό. Όταν συλλαμβάνεται στην Τεργέστη από τούς Αυστριακούς και πριν παραδοθεί στους Τούρκους, οι οποίοι τον στραγγάλισαν στο Βελιγράδι ( Ιούνιος 1798), 0 Εθνομάρτυς Ρήγας ζήτησε να εξομολογηθεί σε Ορθόδοξο ιερέα. Ο Γάλλος Εμίλ Λεγκράν διασώζει τα ανακριτικά έγγραφα της Αυστριακής Αστυνομίας και εκεί φαίνεται καθαρά η επίμονη απάντηση του Ρήγα: Πρώτος σκοπός της ζωής του είναι η σωτηρία της ψυχής του και δεύτερος η εκδίωξη των Τούρκων από την Ελλάδα.

Ο Κερκυραίος κόμης Ιωάννης Καποδίστριας αγωνίσθηκε με την διπλωματική του ευφυία γιά την απελευθέρωση της Ελλάδος πριν, κατά την διάρκεια και μετά το τέλος του Αγώνος της Παλιγγενεσίας. Διετέλεσε διπλωματικός σύμβουλος του Ρώσου Τσάρου, πολιτικός αναμορφωτής της Ελβετίας και οραματιστής μιάς στενότερης συνεργασίας των Ευρωπαϊκών λαών. Ο αντιπαθής στον Ελληνισμό -λόγω Κυπριακού- Χένρυ Κίσσιγκερ, καθηγητής Ιστορίας και πρώην Υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α., στην διδακτορική διατριβή που εξεπόνησε το 1953 μελέτησε την Ευρώπη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνος και υπεγράμμισε: Δύο είδη πολιτικών υπάρχουν στον κόσμο, οι Μέττερνιχ και οι Καποδίστριες! Ο Αυστριακός Καγκελλάριος Μέττερνιχ ήταν πρότυπο σκληρότητος και μετήρχετο παν μέσο γιά να επιτύχει τον σκοπό του. Ο Καποδίστριας ήταν ιδεαλιστής, πίστευε σε αρχές, αλλά όλα αυτά τα θωράκιζε με ευελιξία και πολιτική εμπειρία. Τα όρια της Ελλάδος, όπως τα περιέγραφε σε ξένους διπλωμάτες, έπρεπε να περιλάβουν όχι μόνον την Μακεδονία και την Ήπειρο, αλλά και την σημερινή Σερβία και Ρουμανία, προφανώς λόγω της κοινής Ορθοδόξου Πίστεως και της διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων. Γιά την ταυτότητα των Νεοελλήνων γράφει τα εξής σε μία επιστολή του: "Το Ελληνικόν Έθνος σύγκειται εκ των ανθρώπων, οίτινες από της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν ομολογούντες την Ορθόδοξον Πίστιν και την γλώσσαν των Πατέρων αυτών λαλούντες" .

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κυριάρχησε στην πολιτική ζωή του τόπου μας κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20 ού αιώνος. Αν και κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού απέκτησε φανατικούς αντιπάλους, όπως και φανατικούς υποστηρικτές, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ως πολιτικός ηγέτης και ως ταλαντούχος διπλωμάτης βοήθησε τα μέγιστα για τον διπλασιασμό των ελληνικών εδαφών το 1912 -13. Το εθνικό του όραμα ήταν η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, δηλαδή η υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Αν και οι σχέσεις του με την Ορθόδοξη Πίστη μας ήσαν μάλλον χλιαρές, είναι αξιοσημείωτο ότι θεωρούσε την Ορθοδοξία αλληλένδετη με την εθνική μας ταυτότητα. Όταν το 1913 εγένετο λόγος για την ελληνική διεκδίκηση στον Βόρειο Ήπειρο, ο Βενιζέλος τόνισε :"...Σημαντικό τμήμα αυτού του πληθυσμού -Χριστιανών Ορθοδόξων της περιοχής – είχε μητρική γλώσσα την αλβανική. Αλλά ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η κουλτούρα τους και η θρησκεία τους και αυτή ήταν ελληνική" . ( Λένας Διβάνη: Ελλάδα και μειονότητες, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1999, σελ. 261).

Πιό πολύ και από την γλώσσα την εθνική μας συνείδηση την καθορίζει η Ορθοδοξία, η ελληνική θρησκεία, όπως μας λέγει ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Εκείνοι που σήμερα διακηρύσσουν ότι τον τιμούν, έχουν άραγε συνειδητοποιήσει αυτήν την παρακαταθήκη του;

Κ.Χ. 11/1/2002

Copyright© 2010 Σύλλογος Μουσικοφίλων Κωνσταντινουπόλεως