|
|
|
Τον παρελθόντα Αύγουστον συνεπληρώθησαν δεκαπέντε έτη από της εις Κύριον εκδημίας του μεγίστου των ιεροψαλτών του 20ού αιώνος Θρασυβούλου Στανίτσα, Πρωτοψάλτου της Μεγάλης Εκκλησίας γενομένου! Ο εκ των συνεργατών αυτού εις τον Νέον Κύκλον Κων/πολιτών και πρώην ιεροψάλτης κ. Ανδρέας Σιταράς εδημοσίευσεν εις την έγκριτον εφημερίδα «ο Πολίτης» εκτενές άρθρον με άγνωστα εις τους πολλούς στοιχεία από τον βίον και πολιτείαν του αειμνήστου Άρχοντος . Εις μνημόσυνον Αυτού αιώνιον και χάριν των πολυπληθών ανά την υφήλιον επισκεπτών μας αναδημοσιεύομεν το περισπούδαστον τουτο άρθρον αφού προηγουμένως συγχαρούμεν τον ακούραστον κ.Ανδρέαν Σιταράν!.. Η Διεύθυνσις του CMKON ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ
ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥ ΣΤΑΝΙΤΣΑ Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώθηκαν από τον θάνατο του Μεγάλου Διδασκάλου και Μύστη της βυζαντινής μουσικής παράδοσης και του πατριαρχικού ύφους, Άρχοντος Πρωτοψάλτη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας αείμνηστου Θρασύβουλου Στανίτσα. Έφυγε, και το κενό το οποίο έχει αφήσει πίσω είναι δυσαναπλήρωτο. Υπήρξε -κατά γενική ομολογία- μοναδικός, ανεπανάληπτος, καταξιωμένος, με μεγάλη ακτινοβολία και τεράστιο κύρος. Ήταν η κορυφή και δικαίως τον αποκαλούσαν Πρύτανη των Πρωτοψαλτών. Προικισμένος με τη σπάνια εκείνη μελωδική φωνή, έψαλλε ολόκληρη ζωή με πάθος και εκ βάθους ψυχής, συγκλονίζοντας τους πιστούς με την απαράμιλλη μουσική του κατάρτιση και δεξιοτεχνία. Ο αείμνηστος Διδάσκαλος γεννήθηκε το 1910 στα Ψωμαθειά. Τα πρώτα βήματα στην ψαλτική τα έκανε κοντά στον θείο του Δημήτριο Θεραπειανό. Στη συνέχεια μαθήτευσε κοντά στους μεγάλους μουσικοδιδάσκαλους και πρωτοψάλτες Δημήτριο Βουτσινά, Γιάγκο Βασιλειάδη, Μιχαήλ Χατζηαθανασίου και τέλος τον Ιωάννη Παλάση. Έψαλλε στους ιερούς ναούς της περιοχής Υψωμαθείων, όπως στον Άγιο Μηνά, ως αριστερός ψάλτης και στη συνεχεία ως δεξιός στη Θεία Ανάληψη και τον Άγιο Κωνσταντίνο. Το 1930 καλείται στον Άγιο Νικόλαο του Γαλατά ως Β' Δομέστικος και στη συνέχεια Α', πλησίον του περίφημου πρωτοψάλτου Ιωάννη Παλάση, για να ψάλει τελικά και ως Β' χοράρχης απέναντι του. Εκεί αποκτά μεγάλη φήμη και διακρίνεται με τη σπάνια φωνή του, με αποτέλεσμα να κληθεί το 1939 στο Πατριαρχείο, επί Πατριάρχη Βενιαμίν, και να χειροθετηθεί Άρχων Λαμπαδάριος της Μ.Χ.Ε., κατά παρέκκλιση της τάξης διαδοχής, ψάλλοντας απέναντι στον Κωνσταντίνο Πρίγγο, διάδοχο του λόγω ηλικίας αποχωρήσαντος Άρχοντα Πρωτοψάλτη Ιάκωβου Ναυπλιώτη. Ανεπανάληπτη η δυάδα Πρίγγου-Στανίτσα επί είκοσι περίπου χρόνια. Συγκλόνιζάν με τη μουσική τους δεξιοτεχνία το εκκλησίασμα, τους πιστούς, τους πάντες. Το 1959 κλονίζεται η υγεία του Κωνσταντίνου Πρίγγου, τον οποίο αναπληρώνει για ένα διάστημα ο Λαμπαδάριος Θρασύβουλος Στανίτσας, για να τον διαδεχθεί τελικά. Χειροθετείται από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα (1961) σε Άρχοντα Πρωτοψάλτη της Μ.Χ.Ε. έχοντας ως λαμπαδάριο τον Νικόλαο Δανιηλίδη. Στη μακρόχρονη θητεία του στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό έζησε στιγμές άφθαστου θρησκευτικού μεγαλείου και βυζαντινής μεγαλοπρέπειας, από αφίξεις αρχηγών κρατών, βασιλέων, πρωθυπουργών, διαφόρων επισήμων, των προκαθημένων Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών καθώς καιτων διαφόρων άλλων δογμάτων. Ως Άρχων Πρωτοψάλτης, παράλληλα αναλαμβάνει και τη διεύθυνση της μεγάλης χορωδίας του Συνδέσμου Μουσικοφίλων (Ιεροψαλτών), με την οποία πραγματοποιεί αξέχαστες, καταπληκτικές εμφανίσεις σε ναούς αλλά και σε αίθουσες, με πρώτη το Ιωβηλαίο του Κωνσταντίνου Πρίγγου, το 1962, στην αίθουσα του Αθλητικού Συλλόγου Πέρα, εμφάνιση για την οποία ο ομογενειακός Τύπος έγραφε επί ημέρες εγκωμιαστικά σχόλια, ενώ ξάφνιασε και τους μουσικόφιλους της Αθήνας, με την τέλεια απόδοση και ερμηνεία των ύμνων, όταν κυκλοφόρησαν οι πρώτες ηχογραφήσεις. Τον επόμενο χρόνο (1963) πραγματοποιείται η δεύτερη εμφάνιση στην αίθουσα της Γαλλικής Ενώσεως, με την ίδια πάντα επιτυχία. Αποτέλεσμα ήταν να καθιερωθούν οι ετήσιες παρουσιάσεις της χορωδίας, η οποία απαρτιζόταν από κορυφαίους και διακεκριμένους πρωτοψάλτες και ιεροψάλτες της Πόλης, οι οποίοι εκ παραδόσεως ήταν μυημένοι στο λεγόμενο πατριαρχικό ύφος. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους αρχίζουν τα μαθήματα και οι «πρόβες» της χορωδίας για τη νέα εμφάνιση του 1964. Οι εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις γίνονται στην αίθουσα του ναού των Εισοδίων της Παναγίας Σταυροδρομίου, όπου και η έδρα του Συνδέσμου Μουσικοφίλων. Όμως δύο περίπου μήνες αργότερα, παραμονή Χριστουγέννων, ξεσπά η ελληνοτουρκική κρίση εξαιτίας των αιματηρών γεγονότφν στην Κύπρο και η κατάσταση στην Πόλη αρχίζει να επιδεινώνεται. Ο Ρωμιός της Πόλης θα πλήρωνε για μία ακόμη φορά τα λάθη και τις απερισκεψίες κάποιων, που δρούσαν εκ του ασφαλούς, χωρίς να ενδιαφέρονται ποιοι θα πληρώσουν το βαρύ τίμημα. Οι συγκεντρώσεις της χορωδίας γίνονται με μεγάλη προφύλαξη. Καθόλου απίθανο να κατηγορηθεί από τις αρχές για συνωμοσία! Οι Τούρκοι έψαχναν αιτίες για να μας κατηγορήσουν. Ορισμένα από τα μέλη της χορωδίας συνέστησαν στον Άρχοντα να σταματήσουν τα μαθήματα. Εκείνος όμως επέμενε να συνεχισθούν. Πίστευε ότι θα ξεπερνούσαμε και αυτή την «μπόρα». Τον Φεβρουάριο έρχεται σε μία από τις συγκεντρώσεις κάπως καθυστερημένα, με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Βλέποντας την αγωνία μας ψελλίζει: «Πέθανε ο Πρίγγος» και ξεσπά σε λυγμούς. Εκείνο το βράδυ αναβλήθηκε το μάθημα και αφού ψάλλαμε το δοξαστικό των Βαΐων «Προ εξ ημερών του Πάσχα», μελοποιημένο από τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Πρίγγο, διαλυθήκαμε. Ως γνωστό, ο Κωνσταντίνος Πρίγγος νοσηλευόταν επί δύο και πλέον χρόνια στο θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός» Αθηνών. Και ενώ οι συγκεντρώσεις της χορωδίας συνεχίζονταν, φθάνουμε στο τέλος Μαρτίου 1964, πουίαρχίζει ο μεγάλος ξεριζωμός με απελάσεις και γενικά ο εξαναγκασμός μας να εγκαταλείψουμε τη γενέτειρα, με διάφορες τρομοκρατικές μεθοδεύσεις. Τέλος, φθάνουμε στις 2 Απριλίου, βράδυ Πέμπτης, και ο Άρχων, που ήταν πάντα συνεπής στην ώρα του, φθάνει στη συγκέντρωση αρκετά καθυστερημένος και σε άθλια κατάσταση. Όταν κάπως συνήλθε μας είπε: «Έρχομαι από το Μουντουριγιέτι (Γενική Ασφάλεια). Χθες βράδυ, στις 10, ήρθαν και με πήραν με τζιπ από το σπίτι μου. Με κράτησαν επί είκοσι ώρες όρθιο στα κρατητήρια, διότι αν καθόμουνα θα γέμιζα ψείρες. Τώρα μόλις με άφησαν και ανέβαλαν τηναπέλασή μου για δύο τρεις ημέρες». Η συγκίνηση μας ήταν μεγάλη. Δεν μπορούσαμε, να το πιστέψουμε. Άρχισε έναν έναν να μας αποχαιρετά και να μας ασπάζεται δακρυσμένος και απαρηγόρητος. Ορισμένοι διαισθάνθηκαν και τον δικό μας ξεριζωμό και είπαν: «Καλή, αντάμωση Δάσκαλε», ο δε αξέχαστος Κωνσταντίνος Μήλλας πρόσθεσε: «Ώρα σου καλή Άρχοντα. Εκεί που θα πας θα δοξασθείς». Έτσι, στις 6 Απριλίου 1964 απελαύνεται από το αεροδρόμιο του Αγίου Στεφάνου και εγκαταλείπει βίαια τη γενέτειρα Πόλη και το Πατριαρχικό Αναλόγιο, ενώ την επομένη η εφημερίδα «Χουρριέτ» στην πρώτη σελίδα της είχε τη φωτογραφία της αναχώρησης του με τίτλο «Ο μεγαλύτερος υμνωδός των Βαλκανίων απελάθηκε χθες». Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε προσωρινά σε ξενοδοχείο και μετά έφυγε για τη Χίο, όπου παρέμεινε για έναν χρόνο, ψάλλοντας περιοδικά στους περισσότερους ναούς του νησιού. Στη συνέχεια πήγε για ένα δίμηνο στη Βηρυττό, επανήλθε στην Αθήνα το 1966 και διορίστηκε Πρωτοψάλτης στον Άγιο Δημήτριο Αμπελοκήπων. Στο μεταξύ όμως καλείται στην Αμερική από τον Σεβασμιότατο Αρχιεπίσκοπο κ. Ιάκωβο, όπου για ένα διάστημα ψάλλει σε διάφορους ναούς. Με την επάνοδο του στον Άγιο Δημήτριο άρχισε ο ναός να κατακλύζεται από πιστούς και θαυμαστές του που ήθελαν να τον ακούσουν αλλά και από δεκάδες άλλους που ήθελαν να τον ηχογραφήσουν. Πρωτοφανής η κοσμοσυρροή, ιδίως τη Μεγάλη Εβδομάδα, οπότε χρειαζόταν η αστυνομία για να επιβάλλει την ταξη! Την άνοιξη του 1967 ο Νέος Κύκλος Κωνσταντινουπολιτών αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για την ανασύσταση της διαλυμένης από την Πόλη χορωδίας, λόγω ξεριζωμού, αφού ο χοράρχης και τα περισσότερα μέλη της βρίσκονταν πλέον στην Αθήνα και μερικά στη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα. Στην αρχή ο Άρχων δίσταζε, για διάφορους λόγους, να αναλάβει ένα τόσο σοβαρό και επίμοχθο έργο. Τελικά, με τη μεσολάβηση φίλων του και την επιμονή του συλλόγου, δέχεται την πρόταση και στις 12 Ιουλίου 1968 πραγματοποιείται η πρώτη πανηγυρική συγκέντρωση στην αίθουσα του Νέου Κύκλου, με τη συμμετοχή περισσοτέρων των σαράντα πρωτοψαλτών και ιεροψαλτών της Πόλης, με επικεφαλής τον ΄Αρχοντα, αλλά και με τη συμμετοχή ορισμένων Ελλαδιτών πρωτοψαλτών, γνωστών του Διδασκάλου. Επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός με αποτέλεσμα να αποφασισθεί ομόφωνα η επανίδρυση της χορωδίας. Αμέσως συγκροτήθηκε επταμελής επιτροπή από πρωτοψάλτες, ενώ ο σύλλογος διόρισε δύο επιτρόπους. Συγχρόνως ορίσθηκαν και τρεις αναπληρωτές του Χοράρχου, οι πρωτοψάλτες Δημήτριος Μαγούρης, Ανδρέας Πετρόχειλος και Δημοσθένης Παϊκόπρυλος. Τον Οκτώβριο του 1968 αρχίζουν οι εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις της χορωδίας στη μεγάλη αίθουσα του συλλόγου, ο οποίος στεγαζόταν τότε στην οδό Ηπείρου 43. Δεξί χέρι του Αρχοντος Θρασύβουλου Στανίτσα ο αξέχαστος Γιώργος Τσαούσης, με την καθοριστική και ανεκτίμητη συμβολή και προσφορά του στην επίτευξη του σκοπού. Εκτός από τη στενή συνεργασία με τον Διδάσκαλο είχε αναλάβει εθελοντικά τη μουσική γραφή, σε εκατοντάδες σελίδες, όλων των ύμνων του δίωρου προγράμματος της πρώτης εμφάνισης και στη συνέχεια και των συναυλιών που ακολούθησαν. Ο Άρχων, ως τελειομάνής, ήθελε να παρουσιάσει έργο αντάξιο της φήμης και του αξιώματος του. Στην προσπάθεια του αυτή αντιμετώπιζε δύο βασικές δυσκολίες. Πρώτον, ο μεγάλος αριθμός των μελών της χορωδίας, που έφθανε τους πενήντα, και το κυριότερο η προσαρμογή των Ελλαδιτών πρωτοψαλτών στον τρόπο χορωδιακής εκτέλεσης των ύμνων με τη συγχώνευση των φωνών, χωρίς να διακρίνεται η φωνή κανενός. Δεύτερον, η μύηση στο πατριαρχικό ύφος με τις χαρακτηριστικές λεπτομέρειες του. Για τον λόγο αυτό πραγματοποιήθηκαν διπλάσιες σχεδόν «πρόβες» της χορωδίας, ώσπου να «δέσει». Και ενώ η χορωδία ήταν πλέον έτοιμη για την πρώτη παρουσίαση ενός δίωρου προγράμματος, καλείται ξαφνικά να συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Εκκλησιαστικής Μουσικής, στις 26 Ιανουαρίου 1970, το οποίο είχε οργανωθεί για τα είκοσι χρόνια της Πατριαρχίας Αθηναγόρου στη μεγάλη αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το πρόγραμμα της βραδιάς πολύωρο. Συμμετείχαν, εκτός από τη δική μας, άλλες πέντε χορωδίες, η αρμενική, η ρωσική, η γρηγοριανή, η της καθολικής και της ευαγγελικής εκκλησίας. Έτυχε δε η χορωδία μας να εμφανισθεί επί σκηνής τελευταία, κατά τις 11.30 μ.μ., όταν ο κόσμος είχε κάπως κουραστεί. Η τεράστια αίθουσα με τους εξώστες της ήταν ασφυκτικά γεμάτη από επίσημους, κληρικούς ξένους και ημέτερους, κ.λ.π. Παρών και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος. Με τον πρώτο ύμνο της ψαλωδίας μας, το αργό «Κεκραγάριο», Α' ήχου Ιακώβου Πρωτοψάλτου (1800) άλλαξε ξαφνκά η επικρατούσα βαριά ατμόσφαιρα, όταν το πλήθος των παρισταμένων ξέσπασε κατενθουσιασμένο σε ασταμάτητα χειροκροτήματα. Το ίδιο επαναλαμβανόταν στο τέλος κάθε ύμνου. Η αποθέωση της χορωδίας έγινε όταν έκλεισε το πρόγραμμα της με τα δύο έξοχα «Λειτουργικά», «Σε υμνούμεν» και «Άξιον Εστί» του Μιχαήλ Χατζηαθανασίου (1948), πλαγίου Α' ήχου εναρμονίου. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται. Το πλήθος των παρισταμένων χειροκροτούσε όρθιο, ασταμάτητα, κατενθουσιασμένο και ο Άρχων ως χοράρχης αναγκαζόταν συνεχώς να υποκλίνεται. Ενθουσιασμένος και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ανεβαίνει κάποια στιγμή στη σκηνή, ασπάζεται τον Άρχοντα, τον συγχαίρει καθώς και τα μέλη της χορωδίας και λέγει: «Απόψε θριάμβευσε η εκκλησιαστική μας βυζαντινή μουσική». Εγκωμιαστικά την επομένη και τα σχόλια του Τύπου, ακόμα και του Δελτίου της Καθολικής Εκκλησίας. Η εκδήλωση δε είχε αναμεταδοθεί από την τηλεόραση. Στις 17 Απριλίου 1970, μετά από τρεις μήνες, ο Νέος Κύκλος οργανώνει τη μεγάλη δίωρη συναυλία στην αίθουσα «Τερψιχόρη» του Χίλτον, σε μια υψηλού επιπέδου εκδήλωση, η οποία παραμένει αξέχαστη, όχι μόνο για την καταπληκτική και πάλι εμφάνιση της χορωδίας αλλά και την τέλεια από κάθε άποψη οργάνωση της. Στην εκδήλωση είχαν παραστεί περί τους εννεακοσίους μουσικοφίλους, αρχιερείς, κληρικούς, παρών δε και πάλι ο Αρχιεπίσκοπος. Ακολουθεί στις 30 Μαΐου 1970 νέα εκδήλωση, όπου κλιμάκιο της χορωδίας υπό τη διεύθυνση του Άρχοντα ψάλλει στην κατάμεστη αίθουσα της Παλαιάς Βουλής, κατά το μνημόσυνο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Η χορωδία είχε γίνει πλέον γνωστή στο Πανελλήνιο με τις συνεχείς εμφανίσεις της, σε διάφορες εκδηλώσεις, η οποία προέβαλε έμμεσα τη γενέτειρα μας, την Πόλη. Στις 27Ίανουαρίου 1971 ψάλλει στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας κατά τη «Συνάντηση Αγάπης» με την παρουσία και ξένων λαϊκών και κληρικών, καθώς και πλήθος κόσμου που είχε κατακλύσει την αίθουσα. Ήταν περίοδος προσεγγίσεως του Πατριαρχείου με τις άλλες Εκκλησίες, είχαν δε πραγματοποιηθεί οι αμοιβαίες επισκέψεις του Πάπα Παύλου του Στ' στο Φανάρι (1967) και του Πατριάρχη Αθηναγόρα στη Ρώμη. Το ίδιο έτος ο Νέος Κύκλος ενεργεί για την εμφάνιση της χορωδίας στο αρχαίο θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στα πλαίσια εορταστικών εκδηλώσεων για τα εκατόν πενήντα χρόνια της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Δυστυχώς όμως μας είχαν προλάβει οι Θεσσαλονικείς με τη μεγάλη βυζαντινή χορωδία του Συλλόγου Ιεροψαλτών της συμπρωτεύουσας, με τους τρεις ξεχωριστούς χοράρχες και κορυφαίους Πρωτοψάλτες, τους, Χρύσανθο Θεοδοσόπουλο, Αθανάσιος Καραμάνη και Χαρίλαο Ταλιαδώρο, οι οποίοι αργότερα τιμήθηκαν από το Πατριαρχείο με το οφφίκιο του Άρχοντος Πρωτοψάλτου της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως. Στις 30 Οκτωβρίου 1971 η χορωδία ψάλλει στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού υπό τον αναπληρωτή χοράρχη Δημοσθένη Πάίκόπουλο, κατά τη λαμπρή εκδήλωση της επετείου του «ΟΧΙ», η οποία είχε οργανωθεί από τον Νέο Κύκλο Κωνσταντινουπολιτών. Ακολουθεί νέα εκδήλωση στην ίδια αίθουσα (2 Απριλίου 1972) η οποία είχε οργανωθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού σε συνεργασία με τον Νέο Κύκλο και το Σωματείο Ηπειρωτών για το «Χρυσούν Ιωβηλαίο» του Πατριάρχη Αθηναγόρα, όπου ψάλλει η χορωδία υπό τον Άρχοντα, ενθουσιάζοντας όπως πάντα το ακροατήριο. Μετά τρεις μήνες, στις 9 Ιουνίου 1972, πραγματοποιείται μια νέα δίωρη συναυλία στο μεγάλο Θέατρο Κοτοπούλη (ΡΕΞ) παρουσία χιλίων διακοσίων φίλων της βυζαντινής μουσικής, πολλών Αρχιερέων της Ελλαδικής Εκκλησίας και του Πατριαρχείου, αλλά και αυτού του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, ο οποίος για τρίτη φορά τιμούσε με την παρουσία του τη χορωδία. Η επιτυχημένη, από κάθε άποψη, εκδήλωση είχε οργανωθεί από τον Νέο Κύκλο Κωνσταντινουπολιτών σε συνεργασία με τον Σύλλογο Φίλων της Βυζαντινής Μουσικής της Άθήνας. Καταπληκτική και πάλι η χορωδία η οποία και αποθεώθηκε από το πλήθος εκείνο των παρισταμένων. Ακολουθεί στις 15 Απριλίου 1973 μια νέα δίωρη συναυλία στο επιβλητικό Δημοτικό θέατρο Πειραιά, με ύμνους του Τριωδίου μελοποιημένους από τους Κωνσταντίνο Πρίγγο και Θρασύβουλο Στανίτσα. Και αυτή η συναυλία είχε οργανωθεί από τον Νέο Κύκλο Κων/πολιτών σε συνεργασία με τα εκπαιδευτήρια «Πλάτων», όπου η χορωδία και ο χοράρχης έτυχαν και πάλι θερμών επευφημιών από το πλήθος των παρισταμένων, φίλων της βυζαντινής μουσικής. Το 1974 η χορωδία αποσπάται από τον Νέο Κύκλο Κωνσταντινουπολιτών και αρχίζει η συνεργασία του Άρχοντος με το Ίδρυμα Βυζαντινής Μουσικολογίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, και κυρίως με τον επιστημονικό συνεργάτη του Ιδρύματος καθηγητή κ. Γρηγόριο Στάθη, με αποτέλεσμα να συνεχισθούν οι λαμπρές και έξοχες εμφανίσεις της, επάνω σε νέες βάσεις, με πρώτη στην αίθουσα του Φιλολογικού Συνδέσμου Παρνασσός με έργα (ύμνους) του Πέτρου Μπερεκέτη (17ος-18ος αιώνας), οι οποίοι στη συνέχεια ηχογράφήθηκαν και εκδόθηκαν σε πολυτελέστατο άλμπουμ με δύο δίσκους των 33 στροφών. Το ίδιο συνέβη και τον επόμενο χρόνο, στην, ίδια αίθουσα, με ύμνους του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου (+1821) με την έκδοση και νέου άλμπουμ. Τέλος, το 1980 πραγματοποιείται στην αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής η τρίτη και τελευταία παρουσίαση της χορωδίας με έργα Πέτρου Λαμπαδαρίου του Πελοποννησίου (+1777), κατά την οποία ο Άρχων έψαλε και μονωδιακώς, ορισμένα λίαν έντεχνα και δύσκολα κομμάτια του μεγάλου της Εκκλησίας μας μελοποιού, αποδεικνύοντας τη μουσική του δεινότητα. Το 1979 ο Νέος Κύκλος δια των εκπροσώπων του, γνωστοποιεί στον Διδάσκαλο ότι επιθυμεί να οργανώσει το Ιωβηλαίο του διδασκάλου και μάλιστα επ' αυτού είχε γίνει μαζί του μακρά συζήτηση σε καφενείο κοντά στον Άγιο Δημήτριο Αμπελοκήπων. Περιττό να αναφερθώ σε λεπτομέρειες. Εκείνο το οποίο θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ήταν η συγκίνηση του για το ενδιαφέροντου συλλόγου προς το πρόσωπο του. Αφού άκουσε με προσοχή τα όσα του είπαν, απάντησε: «Αφήστε πρώτα να εγκαταλείψω το αναλόγιο και μετά βλέπουμε». Όμως ο σύλλογος δεν επαναπαύθηκε. Άσχετα προς το Ιωβηλαίο του, ήθελε να τον τιμήσει και με άλλο τρόπο. Έτσι, τον Ιανουάριο του 1980 του απονέμει την ανώτατη τιμητική διάκριση,το «Χρυσούν Μετάλλιον του Δικέφαλου Αετού» μετά περγαμηνής, σε αναγνώριση της μεγάλης προσφοράς του στην Εκκλησία μας, στην κατάμεστη αίθουσα του συλλόγου, κατά την κοπή της βασιλόπιτας των ιεροψαλτών μας, η οποία διοργανωνόταν επί δεκατέσσερα συναπτά έτη, και με τη συγκινητική εκείνη .συνεργασία του αξέχαστου μας, αείμνηστου Θωμά Πανάκη, ο οποίος έφερε κάθε χρόνο το βάρος αυτής της θαυμάσιας πνευματικής εκδήλωσης, που ελάμβανε μορφή μυσταγωγίας, με ομιλίες, ποιήματα και ύμνους, με την παρουσία ιεραρχών, καθηγητών, πνευματικών ανθρώπων κ.ά. και με μόνιμο «τελετάρχη» τον αείμνηστο συμπολίτη μας καθηγητή-λυκειάρχη Ευάγγελο Προδρομίδη, απόφοιτο της Ι. θεολογικής Σχολής Χάλκης. Πέραν αυτών, με εισήγηση του Νέου Κύκλου Κων/πολιτών βραβεύεται ο Άρχων Θρασύβουλος Στανίτσας και από την Ακαδημία Αθηνών, κατά την πανηγυρική της συνεδρίαση του 1983. Ο αείμνηστος Διδάσκαλος, εκτός του Λιβάνου και της Αμερικής που προαναφέραμε, έψαλλε κατ' επανάληψη στο εξωτερικό, όπως στο Βατικανό, ενώπιον του Πάπα Παύλου του Στ' και χιλιάδων καθολικών, κατά την επίδοση του «Τόμου Αγάπης» από την Πατριαρχική Αντιπροσωπεία, όπου είχε καταπλήξει τους πάντες. Μάλιστα, ένας καρδινάλιος τον είχε πλησιάσει για να τον συγχαρεί ρωτώντας πού είναι οι «παρτιτούρες» των ύμνων που είχε ψάλει. Και εκείνος χαριτολογώντας του δείχνει με το δάκτυλο το μέτωπο του λέγοντας: «Να.;, εδώ έχω τις "παρτιτούρες"» αφήνοντας άφωνο τον καθολικό ιεράρχη. Έψαλε επίσης στη Γενεύη και Λωζάννη, στη Βουδαπέστη, τη Μόσχα, στο Λονδίνο, κατά το Φεστιβάλ Μπαχ και τέλος το 1979 σε τρεις πόλεις του Βελγίου με τη δωδεκαμελή χορωδία του. Το 1981 εγκαταλείπει το αναλόγιο.Είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματαα υγείας Κάτα τον μεγάλο σεισμό στις 24, Φεβρουαρίου 1981 νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό» μετά από εγχείρηση. Τον είχαμε επισκεφθεί μια ομάδα φίλων και μαθητών του. Μετά μερικά χρόνια επιδεινώνεται η κατάσταση του, αφού προσβλήθηκε από την επάρατο νόσο, η οποία τον ταλαιπώρησε αφάνταστα, για να επέλθει τελικά το μοιραίο στις 18 Αυγούστου 1987. Ξαφνικά ορφάνεψε ο ιεροψαλτικός κόσμος. Μεγάλη απώλεια, δυσαναπλήρωτη. Η νεκρώσιμη ακολουθία ψάλθηκε μετά έξι ημέρες, το απόγευμα της 24ης Αυγούστου, ενώ η σορός του είχε εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Ο ναός του Αγίου Δημητρίου Αμπελοκήπων ήταν ασφυκτικά γεμάτος. Στο δεξί αναλόγιο ο πρωτοψάλτης Αθανάσιος Καραμάνης, έκτων κορυφαίων της Θεσσαλονίκης, στο δε αριστερό, πλήθος μαθητών του, υπό τον Ευάγγελο Μένεγα, ο οποίος από τότε και μέχρι σήμερα ψάλλει ως πρωτοψάλτης του Αγίου Δημητρίου, διαδεχθείς τον αείμνηστο Διδάσκαλο, του οποίου τη μνήμη έχει τιμήσει με τη χορωδία σε εκδήλωση που είχε πραγματοποιηθεί αποκλειστικά για τον μεγάλο εκλιπόντα στο κινηματοθέατρο «Παλλάς». Στο τέλος της νεκρώσιμης ακολουθίας εκφωνήθηκαν επικήδειοι, από τον εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Μητροπολίτη Σταυρουπόλεως Μάξιμο, τον καθηγητή Βυζαντινής Μουσικολογίας και στενό συνεργάτη του, κ. Γρηγόριο Στάθη, την κ. Ηώ Λαμπίρη, ψυχίατρον λογοτέχνιδα εκ μέρους των Κωνσταντινουπολιτών και μεταξύ άλλων, τον κ. Παναγιώτη Μαρούλη, εκ μέρους του Πανελληνίου Συλλόγου Ιεροψαλτών, καθώς και από τον παλαιό συμπολίτη μας πρωτοπρεσβύ τερο, αξέχαστο Αθανάσιο, Τσούμαρη, με την τεράστια προσφορά του στον τομέα της βυζαντινής μουσικής. Σε όλη τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας, κατά την πατριαρχική τάξη, δίπλα στο φέρετρο παρίστατο ο εκ των διαδόχων του Λεωνίδας Αστέρης, ο μέχρι σήμερα Άρχων Πρωτοψάλτης της Μ.Χ.Ε. Κατά δε τον ενταφιασμό του, στο Κοιμητήριο του Ζωγράφου, έψαλε επί του τάφου ο Πρωτοψάλτης του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης Χρύσανθος Θεοδοσόπουλος. Το σαρανταήμερο μνημόσυνο τελέσθηκε με κάθε επισημότητα στον Αγιο Δημήτριο Αμπελοκήπων, καθώς κα! στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό, το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίοϋ, μετά θείας Λειτουργίας, προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Κολωνίας κ. Γαβριήλ. Παρέστησαν δε ο Πατριαρχικός Εκπρόσωπος, ο Αρχιγραμματέας της Ι. Συνόδου, Αρχιερείς, ιερείς, διάκονοι, καθώς συγγενείς και φίλοι του εκλιπόντος, ενώ οι πατριαρχικοί χοροί υπό τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη Λεωνίδα Αστέρη και τον Άρχοντα Λαμπαδάριο Βασίλειο Εμμανουηλίδη, έψαλαν κατά τη θεία Λειτουργία ύμνους μελοποιημένους από τον αείμνηστο Διδάσκαλο. Και είναι αμέτρητοι οι ύμνοι τους οποίους μελοποίησε ή και διασκεύσασε κατά τη δική του πείρα και μουσική αντίληψη, οι περισσότεροι των οποίων παρέμειναν ανέκδοτοι, σε χειρόγραφα στα χέρια των μαθητών και φίλων του. Το μόνο που πρόλαβε να εκδώσει ήταν το «Μουσικό Τριώδιο», το 1969. Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι ο αείμνηστος Άρχων πέραν του αναλογίου του, τόσο στην Πόλη όσο και εδώ στην Αθήνα, προσκλήθηκε κατά καιρούς και έψαλε σε διάφορους άλλους ναούς. Στην Πόλη, κυρίως κάθε Μεγάλη Τρίτη, μετά το Πατριαρχείο καλείτο να ψάλει το περίφημο δοξαστικό «Τροπάριο της Κασσιανής» με το οποίο συγκινούσε μέχρι δακρύων το εκκλησίασμα. Μήπως το ίδιο δεν συνέβαινε και εδώ, στον Άγιο Δημήτριο Αμπελοκήπων; Μάλιστα την πρώτη χρονιά, το πλήθος των πιστών είχε αυθόρμητα ξεσπάσει σε χειροκροτήματα, κάτι πρωτόγνωρο αλλά και ανεπίτρεπτο για ιερό χώρο. Όμως ο κόσμος κατασυγκινημένος δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί όταν τελείωσε το τροπάριο. Ακόμα, πριν διορισθεί στον Άγιο Δημήτριο, αλλά και μετά, κληθείς έψαλε σε πολλούς ναούς των Αθηνών και του Πειραιά, από τη Μαγκουφάνα μέχρι το Κερατσίνι, αλλά και σε διάφορους γάμους και πανηγύρεις ναών, κ.λπ. Υπάρχει και μια έκτακτη χορωδιακή του εμφάνιση στην οποία δεν έχουμε αναφερθεί. Στις 3 Δεκεμβρίου 1967 στην ετήσια γιορτή του Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτών, στην έδρα τους. Γίνεται πρόταση στον Άρχοντα να ψάλει χορωδιακά την επομένη Δευτέρα το πρωί, στην εορτή της Αγίας Βαρβάρας, στη Σχολή Πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο, προστάτιδος του όπλου. Έτσι πρόχειρα συγκροτήθηκε μια δεκαπενταμελής χορωδία, την οποία νωρίς το πρωί παρέλαβε στρατιωτικό λεωφορείο εμπρός από τη Λέσχη Αξιωματικών στη Ρηγίλλης, και καθ' οδόν έγινε η πρόβα της αργής δοξολογίας Χουρμουζίου Χαρτοφύλακας (+1840) και των λοιπών ύμνων, γνωστών στους συμπολίτες ιεροψάλτες. Τελικά, η χορωδία έψαλε ενώπιον του βασιλικού ζεύγους Κωνσταντίνου και Άννας Μαρίας και πλήθους επισήμων καθώς και ανωτάτων αξιωματικών τωνχωρώντου ΝΑΤΟ, εντυπωσιάζοντας τους πάντες: Η χορωδία επέστρεψε αργά το απόγευμα, με ίδιο όχημα, αφού γευμάτισε σε παραλιακό κεντράκι. Θα μπορούσαν να προστεθούν πάρα πολλά για τον μεγάλο Διδάσκαλο, από εμάς πού επί δεκαετίες έχουμε επωφεληθεί της υπέροχης διδασκαλίας του. Αμέτρητοι μαθητές του διέπρεψαν ως πρωτοψάλτες. Είχε βαθύτατα την επίγνωση του ιερού χρέους, το οποίο επίτασσε το αξίωμα του ως Άρχοντος Πρωτοψάλτου της Μ.Χ.Ε. για τη διατήρηοη, διάσωση και μεταλαμπάδευση της ιερής μουσικής παράδοσης της Εκκλησίας μας. Αξίωμα, το οποίο ετίμησε μέχρι τέλους, όπως και οι μεγάλοι προκάτοχοι του, με τελευταίους τον Ιάκωβο Ναυπλιώτη και Κωνσταντίνο Πρίγγο, στη μνήμη των οποίων είχε αφιερώσει το «Μουσικό Τριώδιο», που εξέδωσε το 1969. Τρεις κολοσσοί των Πατριαρχικών Αναλογίων, οι οποίοι έτυχε να αποβιώσουν εδώ στην Αθήνα. Ο Ιάκωβος το 1942, ο Πρίγγος το 1964 και ο Θρασύβουλος Στανίτσας το 1987. Έφυγε προς την αιωνιότητα, αφού άφησε εποχή και έγραψε ιστορία, δικαιώνοντας το πέρασμα του από την επίγεια αυτή ζωή, «αφήσας άληστον την μνήμην». Το έργο και η μεγάλη προσφορά του τον καθιστούν αθάνατο, γι' αυτό και θα μνημονεύεται εσαεί, μεταξύ των απ' αιώνων μεγάλων εκείνων μορφών και κολοσσών του αναλογίου, που δεσπόζουν ως αστέρες πρώτου μεγέθους, μέσα στο μουσικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Αυτά τα ολίγα ως ελάχιστος φόρος τιμής και ευλάβειας προς την ιερή μνήμη του Μεγάλου Διδασκάλου, καθώς και ως έκφραση της απέραντης ευγνωμοσύνης μας για όσα προσέφερε. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΤΑΡΑΣ |
|
Copyright © 2000
CYLLOGOS MOUSIKOFILON CON/POLEOS
|