ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ CREDITS The Athens C.M.K.

ΠΑΤΡ. ΣΕΛΙΔΕΣ

  ΕΙΣΟΔΟΣ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
   

     

ΥΠΟΜΝΗΜΑ
ΤΟΥ ΕΝ ΤΟΙΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΙΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
Παναγιώτατε Δέσποτα,
Αγία και Ιερά Σύνοδος.  

Ο Οικ. Πατριάρχης Μελέτιος ο Δ΄,  (Ο ΜΕΤΑΞΑΚΗΣ).

Δια σεπτού Πατριαρχικού πιττακίου συνεστήθη προ τινος συνοδική αποφάσει, εις τον ημέτερον Εκκλησιαστικόν Μουσικόν Σύλλογον όπως ούτος εν υπομνήματι αυτού υποβάλη εις την Μ. Εκκλησίαν τας σκέψεις και τας γνώμας αυτού όσον αφορά εις τα παρατηρούμενα σήμερον παρ’ ημίν δύο αντίθετα ρεύματα ως προς το είδος της εν τοις ιεροίς ημων ναοίς μουσικής, το ρεύμα δηλαδή το συντηρητικόν και νεωτεριστικόν, ιδιαίτερως δε υποδείξη και καθορίση τον τρόπον της κρείττονος καλλιεργείας της εκκλησιαστικής ημών μουσικής, ούτως ώστε μείζονα συγκομίζεσθαι την προσέλκυσιν και κατάνυξιν και μεταρσίωσιν του εκκλησιάσματος εξ’ αυτής, και τον τρόπον του καταρτισμού καταλλήλων χορών, πρώτιστα μεν πάντων δια τον Πατριαρχικόν Ναόν, είτα δε και δια τους λοιπούς ιερούς ναούς.

Το Προεδρίον δε του Σωματείου εις έκτακτον συνεδρίασιν συνελθόν, απεφάσισεν όπως η σύνταξις του υπομνήματος ανατεθή εις ειδικήν Επιτροπήν, η υποβολή όμως αυτού εις την Υμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα γένηται εν ευθετωτέρω καιρώ, άτε δη του Εθνικού ημών Κέντρου ασχολουμένου νυν ως εκ των κρισίμων περιστάσεων, ας διερχόμεθα, εις ζητήματα εθνικά υψίστης σπουδαιότητος, και ίνα μη κατακριθώμεν υπό των πολλών ότι των οικιών εμπιπραμένων ημείς άδομεν ασχολούμενοι εις ζητήματα μουσικά.  Επειδή όμως εν ταις εσχάταις ημέραις δύο συνοδικαί συνεδριάσεις κατηναλώθησαν εις το ζήτημα της εκκλησιαστικής ημών μουσικής και αποφάσεις ελήφθησαν όπως χρηματικώς υποστηρίχθη ο από δεκαετίας και πλέον ματαίως αποπειρώμενος την εναρμόνισιν αυτής καθηγητής κ. Στ. Σταματιάδης, ο ημέτερος Εκκλησιαστικός Μουσικός Σύλλογος καθήκον αυτού ηγήσατο όπως, κατόπιν δευτέρας σκέψεως, υποβάλη δια του παρόντος Υπομνήματος τας σκέψεις και τας γνώμας αυτού εις την Υμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα και την Αγίαν και Ιεράν Σύνοδον επί των εν τω σεπτώ Πατριαρχικώ πιττακίω θιγομένων σημείων και ιδία επί του ζητήματος του αδυνάτου της εναρμονίσεως των μελών της Βυζαντινής Μουσικής, ως και περί του έργου του κ. Σταματιάδου.

Αιών συνεπληρώθη, Παναγιώτατε, αφ’ ότου, πατριαρχούντος του εθνομάρτυρος Γρηγορίου του Ε΄, ανεφάνη εις τον παρ’ ημίν μουσικόν ορίζοντα Αγάπιος τις Παλλιέρμος, όστις επεχείρησε να εναρμονίση την ημετέραν μουσικήν.  Αι προσπάθειαι των οπαδών και διαδόχων του Παλλιέρμου ουδόλως έκτοτε περιεστάλησαν, αλλά εις πάσαν εποχήν αυτεπάγγελτοι νέοι Παλλιέρμοι παρουσιάζονται, ζητούντες επιμόνως όπως διαπομπεύσωσι τεχνικώς μουσικόν σύστημα θαυμασίου πλούτου μελωδικού, συνδεδεμένον αρρήκτως προς την εκκλησιαστικήν ημών φιλολογίαν και γλώσσαν.  Πάσαι δε αι εκάστοτε ενέργειαι και εργασίαι των εν τη εκκλησιαστική μουσική μαλλιαριζόντων εναυάγησαν και ναυαγούσι, διότι δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθή η εναρμόνισις επί της εκκλησιαστικής ημών μουσικής δια τους εξής εν κεφαλαίω τεχνικούς και επιστημονικούς λόγους.

1)  Πρώτην δυσκολίαν εις την εναρμόνισιν παρεμβάλλει κατ’ αρχήν το όλως διάφορον των τονιαίων διαστημάτων.  2)  Ο πλούτος των ήχων της ημετέρας μουσικής εν σχέσει προς τους ήχους της Ευρωπαϊκής, διότι η Βυζαντινή μουσική έχει ήχους οκτώ, η δε Ευρωπαϊκή μόνον δύο τον Maggiore και τον Minore.  3)  Η Βυζαντινή μουσική έχει διαφορά συστήματα, οιον οκτάχορδον, πεντάχορδον, τετράχορδον κτλ. δι’ ών παριστάνει τους οκτώ ήχους, η δε Ευρωπαϊκή έχει μόνον το οκτάχορδον, δι’ ου παριστάνει τους δύο ήχους αυτής.  4)  Η Βυζαντινή μουσική έχει τρία γένη, το διατονικόν, το χρωματικόν και το εναρμόνιον, δι’ ων εκφράζει τα διάφορα είδη της μελωδίας, η δε Ευρωπαϊκή μουσική έχει μόνον το διατονικόν, στερείται απολύτως του εναρμονίου και εν μέρει του χρωματικού.  Η Ευρωπαϊκή μουσική δεν παραδέχεται διαστήματα μικρότερα του ημιτονίου, ενώ η ημετέρα ποιείται χρήσιν διαστημάτων μικρότερων του ημιτονίου, όλως δε αστήρικτον το προβαλλόμενον επιχείρημα υπό των εναρμονιστών ότι οι άδοντες κατά το Ευρωπαϊκόν σύστημα μεταχειρίζονται ότε μεν την φυσικήν κλίμακα, ότε δε την συγκερασμένην.  5)  Η Δίεσις και η Ύφεσις της ημετέρας δημιουργεί διάφορα μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα, ενώ της Ευρωπαϊκής Μουσικής η Δίεσις και η Ύφεσις αυξάνει ή ελαττοί τον τόνον μόνον κατά ημιτόνια.  Εάν λοιπόν θελήσωμεν να εφαρμόσωμεν επί της ημετέρας μουσικής τους κανόνας της αρμονίας, τους ακριβώς εστηριγμένους επί των διαστημάτων της Ευρωπαϊκής κλίμακος τα διαστήματα, άλλως η εφαρμογή αυτής καθίσταται αδύνατος.  Εκ των ανωτέρω καταδείκνυται ότι ανέφικτος αποβαίνει η εις αρμονίαν μεταποίησις της ημετέρας μελωδίας, διότι άλλως καταστρέφεται το μέλος και το ύφος αυτής.

Πλην των τεχνικών και επιστημονικών κωλυμάτων και λόγοι εθνικοί μας υπαγορεύουσι να μη αντικαταστήσωμεν δια ξένης την σωζομένην πάτριον Βυζαντινήν μουσικήν, καθότι έκαστον έθνος ως έχει ιδίαν γλώσσαν, ήθη και έθιμα, παραδόσεις, ίδιον προορισμόν, ιστορίαν, μουσικήν, ούτω και το ημέτερον έθνος έχει συν άλλοις εθνικοίς γνωρίσμασι και την μουσικήν αυτού, ήτις πιστώς διερμηνεύει τα αισθήματα του έθνους.  Πανθομολογούμενον δε τυγχάνει ότι Μουσική και Ποίησις συμβάλλουσι τα μάλιστα εις την μόρφωσιν εθνικού χαρακτήρος και ήθους.  Αδύνατον λοιπόν η Ευρωπαϊκή μουσική να μορφώση παρ’ ημίν χαρακτήρα και ήθη, καθότι η Ευρωπαϊκή μουσική ομιλεί γλώσσαν καταληπτήν εις την του Ευρωπαίου καρδίαν, η δε ελληνική δονεί τας ίνας καρδίας του Έλληνος, όστις δια της μουσικής ταύτης ύμνησε και εδοξολόγησε τον Θεόν εν ταις εκκλησίαις επί Κ΄ αιώνας, δια ταύτης εβαυκάλιζε τα βρέφη αυτού, δια ταύτης εκαλλάνδιζε τας εορτάς και τας αρχιετηρίδας αυτού, δια ταύτης εχόρευε και εκώμαζεν εν ευθυμίαις, δια ταύτης επίσης υπεγλύκανε και την πικρίαν δυσχειμέρων ημερών.  Δια τους εθνικούς τούτους λόγους και διότι ανοίκειος είναι η Ευρωπαϊκή μουσική προς την ελληνικήν απαγγελίαν και τους εθνικούς τόνους, η εναρμόνισις της ημετέρας ψαλμωδίας είναι άδικος και άλογος.

Η περί αντικαταστάσεως δε της ημετέρας μουσικής ιδέα είναι ασεβής και δια λόγους θρησκευτικούς, διότι η μουσική της ημετέρας Εκκλησίας εκ του ΟΕ΄ Κανόνος της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου και εκ πολλών άλλων πατερικών χωρίων καταφαίνεται, ότι τυγχάνει παράδοσις της Εκκλησίας και ως τοιαύτη δέον να τηρήται πιστώς υπό της ημετέρας Εκκλησίας, ήτις υπήρξε πάντοτε λάτρις μέχρι φανατισμού των παραδόσεων, δυσχερώς αποδεχομένη πάντα νεωτερισμόν και πάσαν καινοτομίαν.  Τουναντίον δε η εισαγωγή της ξενοφώνου μουσικής εν τη ημετέρα Εκκλησία θα ανατρέψη αφ’ ενός μεν τας απ’ αιώνων παραδοθείσας ημίν παρά των της Εκκλησίας Πατέρων Ιεράς Ακολουθίας, εν αις ανετράφημεν και προς ας εξωκειώθη επί Κ΄ αιώνας το ημέτερον έθνος, αφ’ ετέρου δε θα μεταρρυθμίση αυτάς επί το Ευρωπαϊκώτερον κατά τους Δυτικούς ή Διαμαρτυρομένους προς καταστροφήν του ιερωτάτου σκοπού των ημετέρων ακολουθιών, του αποβλέποντος ου μόνον εις το μουσικόν άκουσμα, αλλά κυρίως εις την εντύπωσιν, ην προκαλούσιν εις την ψυχήν του Χριστιανού αι μουσικώς απαγγελόμεναι λέξεις της παρ’ ημίν ιεράς υμνολογίας.  Και εν γένει, η μουσική της Εκκλησίας, απόρροια ούσα της των αρχαίων ημών προγόνων μελωδίας, καθιερωθείσα δε ανέκαθεν υπό των Αποστόλων και των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, θεσπισθείσα ως αδιάσπαστον μέρος της κοινής ημών λατρείας, και το κύρος Κ΄ αιώνων φέρουσα, δεν είναι ευσεβές να μεταβληθή και να μεταρρυθμισθή, αλλά δέον ίνα τηρηθή ως και αι λοιπαί παραδόσεις και τα έθιμα της αγιωτάτης ημών θρησκείας, καθόσον μάλιστα η μουσική αυτή, διηνεκής εστί διδασκαλία της ιστορίας της Εκκλησίας ημών διδάσκουσα και ποδηγετούσα ημάς τε και τα τέκνα ημών δια των ύμνων, των συνδεομένων μετά της ιστορίας των ευτυχιών και δυσπραγιών του ημετέρου έθνους, και μετά των μελωδών, εν οις καταλέγονται και θεόστεπτοι βασιλείς του Βυζαντίου και πατριάρχαι και πλήθος ενδόξων και ιστορικών ονομάτων, ανδρών τε και γυναικών.

Ο ημέτερος Σύλλογος, Παναγιώτατε, παρακολουθήσας μετά πολλής της επιστασίας τας περί εναρμονίσεως της ημετέρας μουσικής πραγματείας και διατριβάς του κ. Σ. Σταματιάδου, τας δημοσιευθείσας τω 1912 εν τη «Εκκλησιαστική Αλήθεια», τη εν Αθήναις «Φορμίγγι» και εν άλλαις εγχωρίοις εφημερίσιν, επείσθη ότι αυταί αποτελούσι σύνολον αντιφάσεων, διότι ο μουσικολόγος καθηγητής ουδεμίαν έχει συστηματικήν περί της ημετέρας μουσικής αρχήν, στηριζομένην επί υγιούς βάσεως.  Ο ίδιος ωμολόγησε δημόσια ότι, εάν υπάρχωσι μικρά διαστήματα, αδύνατος η εναρμόνισις της ημετέρας μουσικής, και επειδή υπάρχουσι τα διαστήματα ταύτα, τα οποία αυτός αγνοεί και τα οποία αποτελούσι τον πλούτον της ημετέρας μουσικής ευρισκόμενα εις τον λάρυγγα των παρ’ ημίν δοκιμών ιεροψαλτών, παρέχουσι δε και το ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν ακουσμάτων Βυζαντινών μελωδιών, το ζήτημα δέον να θεωρηθή λελυμένον.  Το κορύφωμα δε των ασυνεπειών του κ. Σ. Σταματιάδου εύρηται εις τα εξής χωρία.  Ει ω δογματίζει ότι «Εν εκ των πολυτίμων κειμηλίων, τα οποία διέσωσε το έθνος μας είναι η Εκκλησιαστική ημών Μουσική, κειμήλιον σημαντικόν όχι μόνον από έποψιν εθνικήν, αλλά και υπό έποψιν απολύτου καλλιτεχνικής αξίας, δια την χάριν και την γλυκύτητα των μελωδιών της, και προ πάντων δια την μεγάλην αυτών πρωτοτυπίαν» (Εκκλ. Αλήθ. έτος ΛΑ΄ σελ. 367) κατωτέρω ο ίδιος λέγει: «Πάσχει η μουσική ημών από μαρασμόν... Είναι ανάγκη να μεταγγισθή εις αυτήν ζωογόνον αίμα» και αλλαχού λέγει: «Η μόνη σωτηρία είναι να υποβληθή η μουσική ημών εις σοβαράν καλλιτεχνικήν επεξεργασίαν, η οποία μετ’ ευλαβείας διατηρούσα αυτήν και ως προς την έννοιαν, όχι μόνον δεν θα την καταστρέψη, αλλά θα την σώση από τον εξ’ ατροφίας θάνατον, προς τον οποίον μοιραίως φέρεται σήμερον» (Εκκλ. Αλήθεια, έτος ΛΑ΄ αριθμ. 2).

Δια των αντιφάσεων αυτού ο κ. Σ. Σταματιάδης σοφιστικώς καταργών πάντα λογικόν συνειρμόν, προσπαθεί ανατρέπων τα πάντα να καταντήση εις το ποθούμενον, δηλ. εις την μεταβολήν των μουσικών διαστημάτων, ίνα επιτευχθή η εναρμόνισις, ή μάλλον αποπειράται να καταργήση τα μικρά διαστήματα τα αποτελούντα τον πλούτον της Βυζαντινής μουσικής, και των οποίων η χρήσις ήρξατο εισαγομένη και εν τη Δύσει, ως εισήγαγεν ήδη ταύτα ο Ριχάρδος Στάιν, γράψας μουσικόν τεμάχιον με τέταρτα τόνου δια βιολοντσέλο και κλειδοκύμβαλον μετά δικαιολογητικού προλόγου, δι’ ου κατέδειξεν ότι το μουσικόν σύστημα της Δύσεως εξαντλήθη ήδη ως πτωχότερον του ημετέρου.  Ο κ. Σταματιάδης προσέτι ομολογεί ότι εργάζεται μεν προς εναρμόνισιν της ημετέρας μουσικής, αλλά άχρις ώρας δεν είδε την εργασίαν αυτού στρεφομένην υπό επιτυχίας «εργασία, λέγει, προς εναρμόνισιν της Βυζαντινής Μουσικής από πολλού ήδη γίνεται.  Δύναται τις όμως να ειπή ότι τα αποτελέσματα της εργασίας ταύτης είναι μέχρι τούδε μέτρια» (Εκκλ. Αληθ. Έτος ΛΑ΄ αρ.2).  «Δεν λέγω ότι καλώς έχει η εργασία την οποίαν παρουσιάζω, και ότι δεν είναι επιδεκτική πολλών βελτιώσεων» (Εκκλ. Αληθ. έτος ΛΒ΄ σελ.230).  «Υπολείπεται, λέγει ο κ. Σταματιάδης, το ζήτημα, αν εγώ επέτυχον εις την εφαρμογήν των καταλλήλων αρμονικών.  Αν εγώ δεν επέτυχον, άλλος δυνατόν να επιτύχη» (Εκκλ. Αληθ. έτος ΛΒ΄ αρ.25).

Ότι δε το έργον της εναρμονίσεως του κ. Σ. Σταματιάδου δεν επέτυχεν, απεδείχθη εναργώς την 4ην Μαΐου 1914, ότε εν τη αιθούση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, ενώπιον πολλού κόσμου εξετέλεσε πολλά άσματα της Εκκλησίας.  Τα υπό του χορού του κ. Σ.Σταματιάδου ψαλέντα άσματα πιστώς παρηκολούθησεν ο ημέτερος Σύλλογος και αποφαινόμεθα ότι η εναρμόνισις αυτών ολοσχερώς απέτυχεν.  Εξηγούμεθα: Ο κ. Σ. Σταματιάδης διατείνεται ότι εν τη εναρμονίσει διατηρεί την εκκλησιαστικήν μελωδίαν και ότι επενδύων την ημετέραν μουσικήν δια της εναρμονίσεως, την αναδεικνύει.  Αλλ’ ούτε την εκκλησιαστικήν μελωδίαν διατηρεί, ως ισχυρίζεται, ούτε δια της εναρμονίσεως την αναδεικνύει, διότι δια της εναρμονίσεως τελείως παρεμορφώθη η ιδέα του μέλους.  Εις επίμετρον δε δεν εγίνετο και διακρίσις ήχων, διότι δεν εφαίνοντο ούτε οι δεσπόζοντες φθόγγοι, ούτε και αι καταλήξεις π.χ. ενώ η ψαλείσα δοξολογία εν τω Προγράμματι ανεφέρετο εις ήχον Α΄, εν τούτοις ψαλλομένη ηκούετο οτέ μεν ως Λεγετός, οτέ ως Πλ.Δ΄.  Το δε «Ο μονογενής Υιός», όπερ ψάλλεται εις ήχον Β΄ χρωματικόν, εξετελέσθη τουναντίον ως διατονικός και δη ατελής.  Εις το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται» μόνον εκ των λέξεων διακρίνετο ποίον τροπάριον εψάλλετο, καθότι εξετελέσθη η εναρμόνισις δια της αλλοιώσεως και παραμορφώσεως διαφόρων μελικών γραμμών και ιδία εις τας λέξεις «Άγιος, άγιος, άγιος ει ο Θεός ημών».  Το προ του Αποστόλου ψαλλόμενον «Άγιος ο Θεός» ως εψάλη εν αρμονία ητό τι ξένον προς το παρ’ ημίν εν χρήσει.  Εις το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου» κατέφυγεν ο κ. Σ. Σταματιάδης εις το μονόφωνον σύστημα και εις την συνηχητικήν γραμμήν, ανομολογήσας οιονεί το δυσχερές της εναρμονίσεως των χρωματικών ήχων, όπερ άλλως έγραψε και ο ίδιος εις τον «Νεολόγον» της 6ης Μαΐου 1914 ως εξής:  «Οι ήχοι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πλάγιος δεύτερος ή ουδόλος απαντώνται εις τας προ εμού γενομένας εργασίας προ εναρμόνισιν της ημετέρας μουσικής ή ευρίσκονται ενηρμονισμένοι κατά τρόπον αλλοιούντα την έννοιαν αυτών».

Περί της αποτυχίας του έργου του κ. Σταματιάδου και ο βαθύς γνώστης της ημετέρας και της ευρωπαϊκής μουσικής κ. Γεώργιος Φιλανθίδης, υιός του προ τριετίας αποβιώσαντος και επί μουσική τέχνη και εμπειρία μέγα όνομα αραμένου Πέτρου Φιλανθίδου, γράφει τα εξής εις το υπό τον τίτλον «Να μη τετραφωνηθή η εθνική ημών μουσική» (σελ. 19-21) σύγγραμμα αυτού.  «Είχον μεταβή Κυριακήν τινα εις τον εν Γαλατά ναόν του Αγίου Ιωάννου των Χίων όπως ακροασθώ της τετραφωνίας.  Ο ήχος ήτο πλ. Δ΄.  Αν και πλ. Δ΄ ο ήχος το Χερουβικόν και το Κοινωνικόν, δύο των σημαντικωτέρων ιερών ημών ασμάτων, εψάλησαν εις παράδοξον τινα ήχον Δ΄ άγια, το δε «Άξιον εστιν» εξ ίσου και τούτο σημαντικόν, εις άλλον τινά παράδοξον ομοίως ήχον, τον οποίον εχαρακτήριζεν η ανειλικρίνεια, διότι δεν ήτο ούτε Γ΄, ούτε πλ. Α΄, ενώ ήτο και εξ αμφοτέρων.  Νομίζω ότι τα τρία ταύτα άσματα έχουσι τόσην έκτασιν και τόσην σημασίαν εν τη καθόλου ακολουθία ώστε ασφαλέστατα δύναταί τις να κρίνη εξ αυτών την τε εκτέλεσιν και τον εκτελεστήν.  Αλλά και αν δεν εθίγετο η βάσις των γνωστών μελωδιών, η τετραφώνησις όμως προσέδιδεν εις αυτάς τοσούντω παραδόξως ξένην φυσιογνωμίαν ώστε εκινδύνευσα να λησμονήσω τέλεον ότι ο ναός εν ω εκκλησιαζόμην ήτο ο γνωστός Αγίος Ιωάννης των φιλοπατρίδων τέκνων της, ελληνικής γης των Χίων, καθότι η ψυχή της ακολουθίας του το ιερόν άσμα παν άλλο ήτο ή εκείνο, δια του οποίου από πλείστων ήδη ετών ήσανε μπεμποτισμένοι οι ελληνικώς ιεροί αυτού τοίχοι.  Θα έλεγε τις ότι και οι τοίχοι αυτοί διεμαρτύροντο δια το τελουμένον».  Και κατωτέρω ο αυτός μουσικολόγος επιπροστίθησι τα εξής: «Είναι αδύνατον το ξένον περικάλυμμα της πολυφωνίας, δι ου περιτυλίσσεται το ελληνικόν μέλος, να μη παραμορφωθή και αγνώριστον καταστήση αυτό, ασφαλέστατα αποσπών δια του περιέργως πολυπλόκου την προσοχήν του ακροατού απ’ αυτό, από το κυρίως μέλος δηλαδή».

Ο ημέτερος Σύλλογος, συγκεφαλαιών την εργασίαν αυτού, δηλοί ότι ευρίσκει εντελώς αδύνατον την εναρμόνισιν των εκκλησιαστικών βυζαντινών μελών άνευ αλλοιώσεως και παραμορφώσεως αυτών.  Έχει δε ομογνώμονας προς τούτο επιφανείς Ευρωπαίους μουσικολόγους, εκ δε των ημετέρων τον Ευστάθιον Θερειανόν, τον Ηλίαν Τανταλίδην, τον Δημήτριον Βερναρδάκην, τον Μισαήλ Μισαηλίδην, τον Γερμανόν Αφθονίδην και τον Οικουμενικόν Πατριάρχην Κωνσταντίνον τον Ε΄, εκ δε των επιζώντων τους κρατίστους μουσικολόγους Θεμιστοκλέα Πολυκράτην και Γεώργιον Φιλανθίδην, τον Κωνσταντίνον Ψάχον, ων ο μεν πρώτος, μολονότι θεωρείται φίλος και θειασώτης της αρμονίας, γράφει επί λέξει τα εξής: «Η βυζαντινή μουσική θέλουσα να νεωτερίση και να περιβληθή τον αρμονισμόν, πάντως θα υποστή ακρωτηριασμόν επιβλαβή των μελών αυτής, επομένως δε και του μελωδικού αυτής κάλλους, υπέρ έγκειται εν τω πλούτω των μελωδιών, ας αυτή κέκτηται ένεκα του Οκτωήχου, όστις, ως έχει, δεν εναρμονίζεται.  Οι αποπειρωμένοι λοιπόν να εναρμορμωνίσωσι τας βυζαντινάς μελωδίας αφ’ ενός μεν αντλούσιν εις τον των Δαναϊδών πίθον, αφ’ ετέρου δε διαπράττουσιν ακουσί ως έγκλημα.  Μόνον θέματα μουσικά λαμβανόμενα εκ της μουσικής ταύτης δύνανται να εναρμονισθώσιν, αλλ’ υπό νέαν μορφήν, όπερ όμως δεν είναι πλέον Βυζαντινή μουσική, αλλά νεόν κατασκεύασμα» (Φόρμιγξ, φυλ. 15,31 Αυγ. 1909).  Ο δε κ. Κ. Ψάχος εν τω προς την Μ. Εκκλησίαν υπομήματι αυτού, όπερ ο ημέτερος Σύλλογος ως κατά πάντα αξιοσπούδαστον κρίνει, περί του έργου των εναρμονιστών γράφει τα εξής προσοχής αξία: «Ως τίθεται σήμερον το ζήτημα, δεν πρόκειται βεβαίως περί αντικαταστάσεως της ημετέρας μουσικής δια της λεγομένης τετραφώνου, καίτοι τούτο κυρίως επιδιώκεται υπό των παιζόντων με τας λέξεις ευφυεστάτων εναρμονιστών αυτής.  Αλλ’ ως λίαν επιτηδείως φέρεται εις το μέσον, μυριάκις προτιμότερον θα ήτο αν επεζητείτο η τέλεια αυτής αντικατάστασις, ή οξυμώρως να επιζητήται η εισαγωγή της εναρμονισμένης(;) της Βυζαντινής μουσικής!!!  Διότι η αντικατάστασις της Βυζαντινής μουσικής δια της λεγομένης τετραφώνου αποφασιζομένη τυχόν υπό της Εκκλησίας, θα ήτο απόφασις προς εισαγωγήν ξένου μεν και αναρμόστου υπό μυρίας επόψεις συστήματος, αλλ’ επί τέλους συστήματος πλήρους καθ’ εαυτό, τελείου και εις το είδος αυτού απαραμίλλου.  Ενώ πονηρώς και κακοβούλως η προβαλλομένη εναρμόνισις αυτής, η επιβολή τουτέστι ξένων νόμων και κανόνων επί ξένου όλως επιπέδου μουσικού, ου μόνον σόλοικος ιστορικώς και δη τεχνικώς είναι, αλλά και διακωμωδεί και διαπομπεύει την βυζαντινήν μουσικήν, καθιστώσα αυτήν γελοίαν και εμπτυσμού αξίαν υπό τε τεχνικήν και ακουστικήν έποψιν, έστω και αν τα ώτα των ανεπτυγμένων προοδευτικών ουδεμίαν προς την τέχνην και την στοιχειώδη φυσικήν αρμονίαν σχέσιν έχοντα, αρέσκονται και εντρυφώσιν εις τα άτεχνα και χυδαία ταύτα μουσικά συγκολλήματα.  Διότι ους όντως μουσικόν και ανεπτυγμένον, γνωρίζον να κάμη διάκρισιν ιδιωμάτων μουσικών εκ διαμέτρου αντιθέτων, ουδέποτε συγχωρεί, ουδέποτε ανέχεται τοιαύτας χυδαίας διακωμωδήσεις συστημάτων, εξ ίσου πάσης τιμής και σεβασμού αξιών».  Ιδού δε τι γράφει περί του ζητήματος της εναρμονίσεως και ο μουσικολόγος κ. Γεώργιος Φιλανθίδης: «Ανάρμοστον όλως είναι εις ημάς τους έχοντας μουσικήν παράλληλον προς τόσω μακραίωνα και λαμπράν πολυειδούς και ποικιλοτρόπου πολιτισμού παράδοσιν να την φραγκεύσωμεν και να την παραμορφώσωμεν ακριβώς σήμερον, οπότε το έθνος ημών ανδρωθέν πλέον, συνειδός εαυτό και ολοταχώς προς τα μεγάλα αλλ’ ίδια εαυτού πεπρωμένα βαίνον, οφείλει στερρώς και μεθ’ υπερηφανείας να διακατέχη παν ότι γνησίως ελληνικόν τυγχάνει παν ότι φέρει ανεξίτηλον την σφραγίδα της μακράς και ενδόξου αυτού του ιδίου ζωής» (σελ. 14-15 του συγγράμματος «Να μην τετραφωνηθή η εθνική ημών μουσική»).

Περαίνων δε ενταύθα ο ημέτερος Σύλλογος το κιτόν Το μνήμα αυτού, παρατηρεί μετά λύπης ότι ενώ η Δυτική Εκκίνησια από τινων ετών αξιόζηλον πρόνοιαν δείκνυσι προς αντικατάστασιν της ήδη εν χρήσει εν τοις ναοίς αυτής θεατρικής τετραφώνου μουσικής δια της αρχαίας σεμνής και απλής μονοφώνου Γρηγοριανής ψαλμωδίας, συγγενούς ούσης προς την ημετέραν Δαμασκήνειον μουσικήν, ομογενείς νεωτερισταί, ακολουθούντες τας ιδέας του ψευδοπολιτισμού, ασυνειδήτως συνηγορούσιν υπέρ της εισαγωγής της ξενοφυούς τετραφώνου μουσικής εις τας ημετέρας εκκλησίας και καταδικάζουσιν εις άσπλαγχνον θάνατον την εθνικήν ημών μουσικήν, ήτις και εν ευτυχίαις και εν δυσπραγίαις παρέστη σύντροφος τω ημετέρω Γένει, την εθνικήν ημών μουσικήν, ην διάσημοι Ευρωπαίοι μουσικοί και βαθείς γνώσται της ημετέρας μουσικής, εν οις ο Γάλλος Bourgault Ducoudray επαινών αποφαίνεται ως εξής:  «Το άσμα της Ανατολικής Εκκλησίας οδεύει πως ελαφρότερον και μάλλον επιχαρίτως ή το άσμα της Δυτικής Εκκλησίας.  Έχει χαρακτήρα μουσικώτερον και ανθρωπίνως ειπείν εκφραστικώτερον.  Και είναι μεν ολιγώτερον τελετουργικόν ή το plein chant, αλλ’ εξ άλλου είναι μελωδικώτερον την ανάπλασιν και μάλλον απέριττον, θερμότερον κατά βάθος, ζωηρότερον, παθητικώτερον και τρυφερώτερον το αίσθημα».  Αλλαχού δε ομιλών περί μέλους ημετέρου εις ήχον Β΄, αποκαλεί αυτό «όντως μελωδίαν υπέροχον την έκφρασιν, ης η ωραιότης προώρισται ίνα εμποιή αίσθησιν εις πάντας».  Αλλ’ ο Σύλλογος πέποιθεν ότι η Μεγάλη Εκκλησίαν θα σπεύση να αποδοκιμάση και αποκηρύξη το νεωτεριστικόν τούτο μουσικόν σύστημα, όπερ παρέχει σκάνδαλον ανατροπής και παρασαλεύσεως των αρχαίων σεβαστών καθεστώτων, αφού μάλιστα η ημετέρα Εκκλησιαστική Μουσική παρουσιάζει μέγα τεχνικόν και επιστημονικόν ενδιαφέρον, αφού απ’ αιώνων είναι ανεγνωρισμένη υπό της Εκκλησίας ως παράδοσις και θεσμός αυτής και αφού το ημέτερον έθνος τιμά αυτήν και γεραίρει ως τιμαλφέστατον εθνικόν κειμήλιον.  Αντί δε του μουσικού έργου του κ. Σ. Σταματιάδου και άλλων, ανάγκη, Παναγιώτατε, να στρέψωμεν την εργασίαν και τας δαπάνας ημών εις την ανάδειξιν και εξωράισιν της μουσικής ημών επί τη βάσει του αρχαίου ελληνικού και βυζαντινού πολυφώνου, ομοτόνου και ούχι ετεροτόνου είδους της ψαλμωδίας, ανάγκη να εισαχθή εις τον Πατριαρχικόν Ναόν και εις τους ναούς των μεγάλων και ευπόρων Κοινοτήτων της Αρχιεπισκοπής το κατά τους βυζαντινούς χρόνους εν τω Ναώ της Αγίας Σοφίας εν χρήσει τότε μουσικόν σύστημα του μαγαδίζειν, ήτοι του συμψάλλειν κατ’ αντιφωνίαν επί τη βάσει της πρώτης και της ογδόης του συστήματος δις διαπασών, ως γίνεται και νυν παρ’ ημίν όταν έχωμεν συνάδοντας πολλούς, ώνοι βαρύτονοι αποτελούσι την πρώτην φωνήν εν τη βάσει, την δε ογδόην φωνήν οι οξύφωνοι και οι παίδες.  Η ιστορία διηγείται και ουδείς αρνείται ότι η εκκλησιαστική ημών ασματουργία και τα μουσικά ημών μαθήματα είναι τα αυτά οία ήσαν και επί των βυζαντινών χρόνων.  Αλλά τότε εψάλλοντο ταύτα υπό χορών πολυμελών, ενώ ημείς τα άσματα ημών, άπερ είναι μεμελισμένα ίνα ψάλλωνται υπό πολυμελών χορών, θέλομεν να εκτελή εις και μόνος ιεροψάλτης, βοηθούμενος, και τούτο σπανίως, υφ’ ενός μόνου δομεστίκου.

Ανάγκη λοιπόν να ληφθή πρόνοια υπό της Μ. Εκκλησίας όπως σχηματισθώσιν εις τους ημετέρους ναούς πολυμελείς μουσικοί χοροί, οίτινες εκτελούντες τα εκκλησιαστικά ημών άσματα να συγκινώσι, να κατανύγωσι και να επιδρώσι τελεσφόρως επί της ψυχής ημετέρων τε και ξένων, ως συνέβη ποτέ, κατά τας μαρτυρίας της Ιστορίας της Μουσικής, επί της ψυχής των Πρέσβεων του Ηγεμόνος της Ρωσσίας Βλαδιμήρου εν Κωνσταντινοπόλει, τουθ’ όπερ συνετέλεσεν εις τον εκχριστιανισμόν απάσης της Ρωσσίας.  «Ενομίσαμεν – έλεγον οι πρέσβεις του Βλαδίμηρου έκπληκτοι εις τον ηγεμόνα αυτών – ενομίσαμεν ότι μετεκομίσθημεν εις τους ουρανούς, χορός Αγγέλων καταβαίνων εξ ουρανού έψαλλεν υπό τους θόλους της Αγίας Σοφίας μετά των Ελλήνων ψαλτών».  Εάν λοιπόν θέλωμεν ίνα η εκκλησιαστική ημών μουσική και σήμερον προκαλή ανάλογα εις την ψυχήν των εκκλησιαζομένων συναισθήματα, τα εκκλησιαστικά άσματα δέον να εκτελώνται υπό άριστα εκγυμνασμένων χορών, εικοσαμελών τουλάχιστον, συγκροτουμένων εκ δεκάδος εκατέρωθεν μελών, εν οις ο αρχωδός (Πρωτοψάλτης ή Λαμπαδάριος), οι τέσσερις δομέστικοι, ων οι δύο βαρύτονοι και οι δύο οξύφωνοι, και ανά επτά καλλίφωνοι παίδες δι’ εκάτερον των χορών.  Προς συντήρησιν δε του τοιούτου εικοσαμελούς χορού απαιτούνται κατά μήνα τουλάχιστον επτακόσιαι λίραι Τουρκίας.

Καταλήγοντες δε τονίζομεν και πάλιν ότι και λόγοι επιστημονικοί και λόγοι εθνικοί και λόγοι θρησκευτικοί πείθουσιν ημάς ότι η μουσική ημών δεν πρέπει να περιβληθή τον μανδύαν της τετραφώνου μουσικής, αλλά να καλλιεργηθή εν τοις ιδίοις αυτής ορίοις, άλλως θα εκφυλισθή τελείως προς ζημίαν εθνικήν.

Επί τούτοις διατελούμεν μετά βαθυτάτου σεβασμού και άκρας αφοσιώσεως.

Εν Κωνσταντινούπολει τη 12 Δεκεμβρίου 1922.

                        ο Πρόεδρος                                                    ο Γεν. Γραμματεύς

            ο Καισαρείας ΝΙΚΟΛΑΟΣ                                           Γ. Πρωγάκης

 

ΕΙΣΟΔΟΣ ] ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ]

Copyright © 2000 CYLLOGOS MOUSIKOFILON CON/POLEOS
Last modified: Δεκεμβρίου 06, 2007. For the best performance of this site we recommend that you use Microsoft Internet Explorer or Netscape ver. 6.

This page is designed and maintained by Raktivan Web Solutions ®